Μετά από αρκετά χρόνια ξαναδιάβασα Καζαντζάκη. Αυτή τη φορά έπιασα τον Καπετάν Μιχάλη. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές με άρπαξε και με ταξίδεψε στην προ-απελευθερωμένη Κρήτη. Με μετέφερε σε έναν κόσμο γεμάτο μόχθο, πάθος, πόλεμο, αγάπη, θάνατο, έρωτα, μίσος, Χριστό, Αλλάχ, ήρωες, σεβασμό, αυταπάρνηση, κιοτήδες, θυσία, φόβο. Όλοι οι χαρακτήρες έχουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα, είναι ζωντανοί. Σελίδα με σελίδα ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, οι καθημερινές έγνοιες, οι πόθοι και οι καημοί τους. Νομίζεις πως μόλις ανοίξεις την πόρτα σου θα βρεθείς εκεί στο Μεγάλο Κάστρο καταμεσής στο λιθόστρωτο καλντερίμι με τον Νουρήμπεη να περνά καμαρωτός καβάλα στο λιόμαυρο, γυαλιστερό, σπαθάτο άτι του και να σε κοιτά με περιφρόνηση και μίσος, βαθιά μέχρι τα φύλλα της ψυχής σου.
Διαβάζοντας Καζαντζάκη κολλάει το βιβλίο στα χέρια σου και οι εικόνες στο μυαλό σου. Η γλώσσα πανέμορφη, σχεδόν ποιητική, στολίζει με τον καλύτερο τρόπο ίσως ένα από τα πιο όμορφα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας. Θεωρώ πως ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες παγκοσμίως. Έχοντας μείνει αρκετά χρόνια μακριά του μπορώ με σιγουριά να πω πως μου έλειψε πολύ.

«Όταν άρχισα τώρα στα γεράματα να γράφω τον “Καπετάν Μιχάλη”, ο κρυφός μου σκοπός ήταν τούτος: να σώσω, ντύνοντας το με λέξεις, το όραμα του κόσμου όπως τον δημιούργησαν τα παιδικά μου μάτια. Κι όταν λεω τ’ όραμα του κόσμου, θέλω να πω το όραμα της Κρήτης. Δεν ξέρω τι γίνουνταν, την εποχή εκείνη στα άλλα παιδιά της λευτερωμένης Ελλάδας, μα τα παιδιά της Κρήτης ανάπνεαν έναν αέρα τραγικό στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη, όταν οι Τούρκοι πατούσαν ακόμα τα χώματα μας και συνάμα άρχιζαν ν’ ακούγονται να ζυγώνουν τα αιματωμένα φτερά της Ελευτερίας. Στην κρίσιμη αυτή μεταβατική στιγμή, τη γεμάτη πυρετό κι ελπίδες, τα παιδιά της Κρήτης γίνουνταν γρήγορα άντρες. Οι ανύπνωτες έγνοιες των μεγάλων γύρα τους για την πατρίδα, για τη λευτεριά, για το Θεό που προστατεύει τους χριστιανούς, για το Θεό που σηκώνει το σπαθί του να διώξει τους Τούρκους, κατασκέπαζαν τις συνηθισμένες χαρές και στεναχώριες του παιδιού.
Από πολύ νωρίς, ζώντας την έτοιμη κάθε στιγμή να ξεσπάσει σύγκρουση, είχαμε ψυχανεμιστεί πως στον κόσμο τούτον δυο μεγάλες δυνάμες παλεύουν: ο Χριστιανός κι ο Τούρκος, το Καλό και το Κακό, η Ελευτερία κι η Τυραννία και πως η ζωή δεν είναι παιχνίδι, είναι αγώνας. Κι ακόμα τούτο: πως θα έρθει μέρα που θα Πρέπει να μπούμε κι εμείς στον αγώνα. Το ‘χαμε πάρει απόφαση από πολύ μικροί πως ήταν γραφτό μας, αφού γεννηθήκαμε Κρητικοί, το Πρέπει αυτό να κυβερνάει τη ζωή μας.»
(από τον πρόλογο του συγγραφέα)
Εκδοτικά
- Ν. Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, Αθήνα: εκδ. Μαυρίδη 1953
- Ν. Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, Αθήνα: Δίφρος 1955, 1957. Στην έκδοση του 1955 προστίθεται ο υπότιτλος «Ελευτερία ή θάνατος» και ο πρόλογος.
- Ν. Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1959
- Ν. Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, Αθήνα: εκδ. Ελ. Καζαντζάκη 1964 (όπου και νεότερες εκδόσεις)
η σκηνή με τον τούρκο τον έλληνα και τον γάιδαρο πιστεύεις πως είναι σημαντική?θα μπορούσα να ακούσω την ανάλυσή σου? επειδή έχω να κάνω μία εργασία ανάλυσης σε αυτό το βιβλίο..ευχαριστώ
χαχαχαχαχαχα ελεος!!!