Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Εικόνα

Αντιγραφή-επικόλληση από το οπισθόφυλλο:

 «Ο Ματοβαμμένος Μεσημβρινός διηγείται τις περιπέτειες ενός νεαρού άντρα από το Τενεσί, Το αγόρι όπως αναφέρεται, που περιπλανιέται στο Τέξας στην δεκαετία του 1840. Αθώος κατ’ αρχή, πάει μαζί με μια ομάδα παραφρόνων και αιμοσταγών κεφαλοκυνηγών, που με αρχηγούς τον Τζον Γκλάντον και το Δικαστή Χόλντεν κι έχοντας μεταξύ τους τον πρώην παπά Τόμπιν, τον σημαδεμένο και χωρίς αυτιά Τόντβαιν, κι αλλά αποβράσματα, επιδίδονται στη δολοφονία και την κατακρεούργηση των Απάτσι, των Μεξικανών και των καουμπόηδων, χωρίς καμία διάκριση. Ξεκινώντας από μια εύθραυστη μονοτυπία, εκφυλίζονται με την πάροδο του χρόνου και μέσα από τις ωμότητες τραβάνε για την κόλαση… »

Μια φιλοσοφική σπλατεριά που παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο την εξάπλωση της λευκής φυλής σε μια ξένη κι αφιλόξενη ήπειρο. Ένα βιβλίο στο οποίο απουσιάζει ο “καλός” και περισσεύουν οι “κακοί”. Ένα κατακόκκινο και ορμητικό ποτάμι με αξέχαστες μορφές να ταΐζουν στις όχθες τα όρνια. Μια ατελείωτη φρίκη στην οποία “άνθρωποι” κάθε ράτσας και απόχρωσης, προσπαθούν να επιβιώσουν σε μέρη που γεννήθηκαν από θεούς, πολλά χρόνια πίσω, πεθαμένους. Αν σου αρέσουν τα γουέστερν μπορεί αυτό να μη σου κάνει. Αν γουστάρεις τρόμο μπορεί να σε ενοχλήσει η ωμή πραγματικότητα που θα βρεις εδώ. Προσωπικά δεν ξέρω αν μου άρεσε ή αν θα το ξαναδιαβάσω κάποτε. Σίγουρα πάντως δε θα το ξεχάσω και πάντα θα αισθάνομαι τη φιγούρα του δικαστή να με “κόβει” κρυμμένος στις σκιές.

Α, και κάτι ακόμα, όποιος πιστεύει πως ο Μάρτιν σκοτώνει τους ήρωές του, δεν έχει διαβάσει ετούτο.

Το διάβασα από Ζαχαρόπουλο 1992, μετάφραση Σπήλιος Μενούνος.

…και πραγματικά τραβάνε για την κόλαση.

Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω,
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Γιάννης Αγγελάκας & Επισκέπτες – Από δω και πάνω (2005)

Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός
βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη.
Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά
ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει.

Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος
η χαραυγή θα σε ξεκάνει.
Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά,
κι έχει τον ήλιο τον αλάνη.

Καινούρια μέρα, καινούριος ποταμός
στις εκβολές του θα προσφέρει
όσα χαθήκαν, όσα ξεχάστηκαν
κι όσα γι’ αυτά κανείς δεν ξέρει.

Πίσω απ’ τους λόφους, πίσω απ’ τα βλέφαρα
υπάρχει τόπος και για σένα.
Χωρίς Βαστίλη, χωρίς ανάθεμα,
χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα.

Βραχνός Προφήτης (2000)

Καλή σχολική χρονιά!

 

Αράχνη, Σωκράτης Μάλαμας

Πιασμένος σε παγίδα -κι έχουν περάσει χρόνια-
στην πόρτα σου γυρνάω κάθε πρωί.
Στη σκέψη σου αρρωσταίνω, στέκω, βαριανασαίνω,
θυμάμαι όταν σε είχα πρωτοδεί…

Δε μένει εδώ κανείς,
μόνο τα δέντρα μείναν ίδια
κι άδειοι δρόμοι με σκουπίδια.
Δε μένει εδώ κανείς,
σκληρό το φως που ξημερώνει,
σα μεθυσμένο μ’ ανταμώνει
και με λιώνει.

Ξεπούλησα το νου μου -κορόϊδο του εαυτού μου-
αράχνη σ’ ακατοίκητο ουρανό
νομίζω τα ‘χω χάσει δεν σ’ έχω ξεπεράσει
κοιτάζω το κουδούνι σου: αδειανό.

Παραμύθια  (1991)

 

Είμαι δυόμισι. Πολύ μικρός στην εμφάνιση αλλά αρκετά μεγάλος για την ηλικία μου. Ο μπαμπάς μου είναι πυρηνικός φυσικός και τον βλέπω μόνο για καμιά ώρα κάθε πρωί. Παίρνουμε μαζί πρωινό. Εγώ δηλαδή γιατί εκείνος πίνει μόνο μια κούπα καφέ. Τι κακιά συνήθεια! Έχει άσχημες επιπτώσεις σε όλο το σώμα, όταν γίνω ο προσωπικός του γιατρός θα είναι το πρώτο πράγμα που θα του κόψω. Το δεύτερο θα είναι η καλημέρα. Η μαμά δεν εργάζεται. Ασχολείται περιστασιακά με φάρμες και εκτροφές διαφόρων εντόμων και ζώων. Δε νομίζω πως της αρέσει ιδιαίτερα αλλά κάποτε είχε μάθει πως ο προπάππος της ήταν οικολόγος και ελευθέρωνε λύκους στην Πίνδο τα χρόνια που εκείνοι κινδύνευαν να εξαφανιστούν. Μετά όταν τελικά οι λύκοι εξαφανίστηκαν εκείνος ίδρυσε κόμμα. Ο πραγματικός λόγος που η μαμά μου ασχολείται με τις φάρμες εκτροφής είναι για να αντιμετωπίσει την ανία της. Φαντάζομαι πως το επόμενο βήμα θα είναι να πολιτευτεί. Όταν γίνω ο προσωπικός της γιατρός θα της φτιάξω μια πραγματικά αχτύπητη φαρμακευτική αγωγή που θα την κάνει να ξεχάσει για πάντα την ανία και τα άσχημα επακόλουθά της.

Αποφάσισα να γίνω γιατρός πριν από έξι μήνες μετά από έναν μεγάλο οικογενειακό καυγά που συνέβη όταν τελείωσα τη βασική εκπαίδευση. Εγώ δεν έλαβα μέρος στη διαμάχη ήμουν όμως η αιτία. Όχι ακριβώς εγώ αλλά το μέλλον μου. Ο μπαμπάς μου θέλει να γίνω πυρηνικός φυσικός και να του μοιάσω. Να σηκώνομαι κάθε πρωί και να πίνω μια κούπα καφέ πριν πάω στη δουλειά ενώ η σκέψη μου θα είναι ήδη εκεί από το πρωί. Ποιο πρωί δηλαδή, τόσο η μαμά όσο και ‘γω ξέρουμε πως το μυαλό του μπαμπά είναι συνέχεια στη δουλειά. Εκείνη θέλει να μου αγοράσει μια φάρμα και να εκτρέφω ιγκουάνα. Υποστηρίζει πως είναι μια πολύ καλή επένδυση για το μέλλον μου.

Δε μου αρέσει ιδιαίτερα καμιά από τις δύο προοπτικές έτσι αποφάσισα να γίνω γιατρός. Τους το ανακοίνωσα λίγες ημέρες αργότερα όταν βγήκαν τα αποτελέσματα των ηλεκτρονικών εξετάσεων και διαπίστωσα πως είχα πιάσει τη βάση της πρώτης μου επιλογής. Ιατρική, με εξειδίκευση στη μικροχειρουργική εγκεφάλου.

Από την αρχή φάνηκε πως ήμουν πολύ έξυπνος, αφού το πρώτο καλοκαίρι της ζωής μου ολοκλήρωσα τρεις κύκλους εκπαίδευσης πετυχαίνοντας την υψηλότερη βαθμολογία. Τότε ήταν που γεννήθηκαν στο μυαλό του μπαμπά μου πυρηνικές ιδέες για το μέλλον μου, εγώ όμως θέλω να ασχοληθώ με κάτι πιο χειροπιαστό.

Οι γονείς μου προσπαθούν συνεχώς να μου κάνουν ένα αδερφάκι αλλά ακόμη και τις ελάχιστες φορές, τρεις τον αριθμό, που η μαμά μου έμεινε έγκυος δεν κατάφερε να κρατήσει το έμβρυο μέχρι τη γέννα. Καλύτερα για μένα. Δε θέλω αδερφάκι. Δε θέλω να υπάρχει κάποιος στην οικογένεια που μπορεί να αποδειχτεί αληθινός μπελάς. Θα χάσω όλες μου τις ανέσεις αλλά και το αποκλειστικό ενδιαφέρον των γονιών μου. Το τελευταίο δε θα μου λείψει αλλά δεν υπάρχει λόγος να ζήσω για ένα ολόκληρο μήνα με κάποιον που τα κάνει πάνω του κάθε τρεις και λίγο. Άσε που μετά τον πρώτο μήνα θα θέλει βοήθεια με τη βασική εκπαίδευση και θα τον φορτωθώ. Αν είναι και κανένα στουρνάρι άστα να πάνε. Τι να πρωτοκοιτάξω κι εγώ. Τον αδερφό μου ή το πανεπιστήμιο; Δύσκολο να τα καταφέρεις όλα στα δυόμισι.

Μόλις έλαβα μήνυμα από τη μπέμπα που κάνουμε μαζί τις εργασίες. Είναι μεγαλύτερη, γύρω στα τρία. Ωραίο μωρό, μπορεί στο μέλλον όταν οι ανάγκες θα το επιβάλουν να βρεθούμε για ένα ποτό. Μου γράφει πως στο επόμενο εξάμηνο θα πρέπει να παρακολουθήσουμε εργαστήρια. Πολύ πρώτο. Μικροσκόπια, ηλεκτρονικά όργανα απόλυτης ακρίβειας και… εγκέφαλοι, όνειρο.

Θα της απαντήσω αργότερα γιατί τώρα μπήκαν οι γονείς μου στο σπίτι αγκαλιασμένοι σαν ερωτευμένα γατιά. Ο τρόπος που κοιτάζονται τα λέει όλα ενώ τα ηλίθια χαμόγελα στα χείλη τους δε μου αφήνουν καμιά αμφιβολία.

Η μαμά μου είναι έγκυος ξανά.

Και βέβαια είναι, παλιoηλίθιε. Πριν δέκα μέρες που άργησα να ξυπνήσω δεν έριξα σπερματοκτόνο στον καφέ του μπαμπά και τους έκατσε. Δεν πειράζει όμως, καλύτερα. Αυτή τη φορά σκέφτομαι να το αφήσω να γεννηθεί. Έτσι κι αλλιώς χρειάζομαι λίγη πρακτική εξάσκηση. Στο επόμενο εξάμηνο θα έχω εργαστήρια.

Να μπορούσα

Να μπορούσα μονάχα,
τα μαλλιά σου ν’ αγγίξω
στο χνώτο σου να χαϊδευτώ
στα χείλη σου να σβήσω
μα δεν μπορώ
στο ποθητό κορμάκι σου
να τυλιχτώ σφιχτά σου
να κλέψω φως του πρωινού
απ’ τη γλυκιά ματιά σου
μα δε βαστώ
να μυριστώ το δέρμα σου
αν θες, να ψιθυρίσω
πόσο πολύ το λαχταρώ
εσέ να κοινωνήσω
μα δεν τολμώ
το δάκρυ σου να το γευτώ
χαμόγελο να κλέψω
κι απ’ τη ζωή σου μακριά
τη θλίψη να ξεκλέψω.