Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιστορίες Φαντασίας’ Category

Είμαι δυόμισι. Πολύ μικρός στην εμφάνιση αλλά αρκετά μεγάλος για την ηλικία μου. Ο μπαμπάς μου είναι πυρηνικός φυσικός και τον βλέπω μόνο για καμιά ώρα κάθε πρωί. Παίρνουμε μαζί πρωινό. Εγώ δηλαδή γιατί εκείνος πίνει μόνο μια κούπα καφέ. Τι κακιά συνήθεια! Έχει άσχημες επιπτώσεις σε όλο το σώμα, όταν γίνω ο προσωπικός του γιατρός θα είναι το πρώτο πράγμα που θα του κόψω. Το δεύτερο θα είναι η καλημέρα. Η μαμά δεν εργάζεται. Ασχολείται περιστασιακά με φάρμες και εκτροφές διαφόρων εντόμων και ζώων. Δε νομίζω πως της αρέσει ιδιαίτερα αλλά κάποτε είχε μάθει πως ο προπάππος της ήταν οικολόγος και ελευθέρωνε λύκους στην Πίνδο τα χρόνια που εκείνοι κινδύνευαν να εξαφανιστούν. Μετά όταν τελικά οι λύκοι εξαφανίστηκαν εκείνος ίδρυσε κόμμα. Ο πραγματικός λόγος που η μαμά μου ασχολείται με τις φάρμες εκτροφής είναι για να αντιμετωπίσει την ανία της. Φαντάζομαι πως το επόμενο βήμα θα είναι να πολιτευτεί. Όταν γίνω ο προσωπικός της γιατρός θα της φτιάξω μια πραγματικά αχτύπητη φαρμακευτική αγωγή που θα την κάνει να ξεχάσει για πάντα την ανία και τα άσχημα επακόλουθά της.

Αποφάσισα να γίνω γιατρός πριν από έξι μήνες μετά από έναν μεγάλο οικογενειακό καυγά που συνέβη όταν τελείωσα τη βασική εκπαίδευση. Εγώ δεν έλαβα μέρος στη διαμάχη ήμουν όμως η αιτία. Όχι ακριβώς εγώ αλλά το μέλλον μου. Ο μπαμπάς μου θέλει να γίνω πυρηνικός φυσικός και να του μοιάσω. Να σηκώνομαι κάθε πρωί και να πίνω μια κούπα καφέ πριν πάω στη δουλειά ενώ η σκέψη μου θα είναι ήδη εκεί από το πρωί. Ποιο πρωί δηλαδή, τόσο η μαμά όσο και ‘γω ξέρουμε πως το μυαλό του μπαμπά είναι συνέχεια στη δουλειά. Εκείνη θέλει να μου αγοράσει μια φάρμα και να εκτρέφω ιγκουάνα. Υποστηρίζει πως είναι μια πολύ καλή επένδυση για το μέλλον μου.

Δε μου αρέσει ιδιαίτερα καμιά από τις δύο προοπτικές έτσι αποφάσισα να γίνω γιατρός. Τους το ανακοίνωσα λίγες ημέρες αργότερα όταν βγήκαν τα αποτελέσματα των ηλεκτρονικών εξετάσεων και διαπίστωσα πως είχα πιάσει τη βάση της πρώτης μου επιλογής. Ιατρική, με εξειδίκευση στη μικροχειρουργική εγκεφάλου.

Από την αρχή φάνηκε πως ήμουν πολύ έξυπνος, αφού το πρώτο καλοκαίρι της ζωής μου ολοκλήρωσα τρεις κύκλους εκπαίδευσης πετυχαίνοντας την υψηλότερη βαθμολογία. Τότε ήταν που γεννήθηκαν στο μυαλό του μπαμπά μου πυρηνικές ιδέες για το μέλλον μου, εγώ όμως θέλω να ασχοληθώ με κάτι πιο χειροπιαστό.

Οι γονείς μου προσπαθούν συνεχώς να μου κάνουν ένα αδερφάκι αλλά ακόμη και τις ελάχιστες φορές, τρεις τον αριθμό, που η μαμά μου έμεινε έγκυος δεν κατάφερε να κρατήσει το έμβρυο μέχρι τη γέννα. Καλύτερα για μένα. Δε θέλω αδερφάκι. Δε θέλω να υπάρχει κάποιος στην οικογένεια που μπορεί να αποδειχτεί αληθινός μπελάς. Θα χάσω όλες μου τις ανέσεις αλλά και το αποκλειστικό ενδιαφέρον των γονιών μου. Το τελευταίο δε θα μου λείψει αλλά δεν υπάρχει λόγος να ζήσω για ένα ολόκληρο μήνα με κάποιον που τα κάνει πάνω του κάθε τρεις και λίγο. Άσε που μετά τον πρώτο μήνα θα θέλει βοήθεια με τη βασική εκπαίδευση και θα τον φορτωθώ. Αν είναι και κανένα στουρνάρι άστα να πάνε. Τι να πρωτοκοιτάξω κι εγώ. Τον αδερφό μου ή το πανεπιστήμιο; Δύσκολο να τα καταφέρεις όλα στα δυόμισι.

Μόλις έλαβα μήνυμα από τη μπέμπα που κάνουμε μαζί τις εργασίες. Είναι μεγαλύτερη, γύρω στα τρία. Ωραίο μωρό, μπορεί στο μέλλον όταν οι ανάγκες θα το επιβάλουν να βρεθούμε για ένα ποτό. Μου γράφει πως στο επόμενο εξάμηνο θα πρέπει να παρακολουθήσουμε εργαστήρια. Πολύ πρώτο. Μικροσκόπια, ηλεκτρονικά όργανα απόλυτης ακρίβειας και… εγκέφαλοι, όνειρο.

Θα της απαντήσω αργότερα γιατί τώρα μπήκαν οι γονείς μου στο σπίτι αγκαλιασμένοι σαν ερωτευμένα γατιά. Ο τρόπος που κοιτάζονται τα λέει όλα ενώ τα ηλίθια χαμόγελα στα χείλη τους δε μου αφήνουν καμιά αμφιβολία.

Η μαμά μου είναι έγκυος ξανά.

Και βέβαια είναι, παλιoηλίθιε. Πριν δέκα μέρες που άργησα να ξυπνήσω δεν έριξα σπερματοκτόνο στον καφέ του μπαμπά και τους έκατσε. Δεν πειράζει όμως, καλύτερα. Αυτή τη φορά σκέφτομαι να το αφήσω να γεννηθεί. Έτσι κι αλλιώς χρειάζομαι λίγη πρακτική εξάσκηση. Στο επόμενο εξάμηνο θα έχω εργαστήρια.

Read Full Post »

Γκρίζος, φορτωμένος βροχή ο ουρανός του Οκτώβρη κρεμόταν αναποφάσιστος πάνω απ’ το κεφάλι του. Που και που ο κρότος μιας μακρινής βροντής προμήνυε το ξέσπασμα που είχε υποσχεθεί το δελτίο καιρού της προηγούμενης νύχτας.

Ο Μάρκος χώθηκε στην πιλοτή απέναντι από το μεγάλο κτίριο και ακούμπησε τη ράχη του σε μια τσιμεντένια κολόνα. Κοίταξε άλλη μια φορά  το ρολόι του. “Σε λίγο” σκέφτηκε παίζοντας νευρικά με το κλειδί του αυτοκινήτου που τον περίμενε λίγο πιο κάτω.

Έστρεψε το βλέμμα του στην απέναντι είσοδο. Σαν να τη διέταξε εκείνη άνοιξε και η Μάρθα βγήκε στο δρόμο προχωρώντας αργά, προσεχτικά. Ο Μάρκος χώθηκε πίσω από την κολόνα. Ακόμη και τώρα, κάτω από τόση ένταση, δεν μπόρεσε να αποφύγει τις εικόνες. Στη θέα της και μόνο, γλυκές αναμνήσεις ξεχύθηκαν και πλημμύρισαν το νου του. Η μυρωδιά των μαλλιών της, η υφή του δέρματός της, η γεύση του κορμιού της, η γλύκα των χειλιών της… όλα ξαναγεννήθηκαν κάνοντάς τον να κλείσει για μια στιγμή τα μάτια ονειροπολώντας.

“Πώς μπόρεσε εκείνη να τον ξεχάσει; Πώς τον διέγραψε απ’ τη ζωή της, τραβώντας έτσι απλά μια γραμμή;”

Την κοίταξε καθώς περνούσε λίγα μέτρα μακριά του και ένα δάκρυ κύλησε αλμυρό, βαρύ μέχρι τα χείλη του.

Όταν εκείνη προσπέρασε και χάθηκε στη γωνιά, ο Μάρκος βγήκε σχεδόν τρέχοντας από την κρυψώνα του. Σε δυο λεπτά είχε γλιστρήσει πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου και οδήγησε αργά μέχρι τη γωνία παρακολουθώντας την πόρτα που πριν λίγα λεπτά είχε ανοίξει υπακούοντας στο απαλό σπρώξιμο της Μάρθας. Περίμενε. Μια χοντρή σταγόνα έσκασε με θόρυβο πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και κύλησε βιαστικά ως το καπό.

«Έλα μην την αφήνεις να περιμένει!» μουρμούρισε. «Και που γύρισε να σε κοιτάξει πολύ σου πέφτει».

Η πόρτα άνοιξε. Ο Γιάννης βγήκε στο πεζοδρόμιο ρίχνοντας μια βιαστική ματιά γύρω του. Στη συνέχεια κοίταξε τον ουρανό και στράβωσε το στόμα μουρμουρίζοντας μια βλαστήμια.

«Φοβάσαι μη βραχείς, πουλάκι μου;» μονολόγησε ο Μάρκος «Μην ανησυχείς για τη βροχή. Δεν είναι το χειρότερο που θα σου συμβεί απόψε».

Ο Γιάννης τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του και το πέταξε κάτω ξοδεμένο κι άχρηστο πια. Με μια κίνηση σιγουριάς καβάλησε τη μηχανή του και την κατέβασε στο δρόμο.

Ο Μάρκος έσκυψε για να μην είναι ορατό το πρόσωπό του. Άφησε τη μηχανή να απομακρυνθεί αρκετά και στη συνέχεια ακολούθησε.

«Υπομονή. Η επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου προϋποθέτει υπομονή»  τόνισε  με ύφος, μέσα στο άδειο αυτοκίνητο. Έβγαλε ένα βραχνό γέλιο. Τελευταία μονολογούσε δυνατά, προσελκύοντας τα απορημένα βλέμματα των ανθρώπων γύρω του. Δεν τον πείραζε ιδιαίτερα. Είχε σταματήσει να ενδιαφέρεται για το τι πίστευαν οι άλλοι για τον εαυτό του.

Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν να πετύχει το σχέδιο. Μέρες τώρα το δούλευε στο μυαλό του ή μάλλον… νύχτες. Ατελείωτες νύχτες με το πρόσωπο κολλημένο στο πάτωμα. Νύχτες με πανσέληνο και το χνώτο να βρομάει οινόπνευμα. Βραδιές αξημέρωτες με μοναδική παρέα το σκληρό ροκ και τις αναμνήσεις.

Την αγαπούσε πολύ τη Μάρθα. Πιο πολύ κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Και της το είχε πει. Ήταν σίγουρος όμως πως δεν τον πίστευε. Το έβλεπε καθαρά στο βλέμμα της, το καταλάβαινε στον τόνο της φωνής της όταν του έλεγε, “Εσύ το επέλεξες. Εσύ με έδιωξες μακριά. Τι θέλεις τώρα από μένα;”

Ναι, ήταν σίγουρος πως δεν τον πίστευε και ο λόγος ήταν απλός:

Είχε δίκιο.

Εκείνος είχε τελειώσει τη σχέση τους και αυτό ήταν κάτι για το οποίο  δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό του. Για την ακρίβεια μισούσε την ίδια του την ύπαρξη. Τη σιχαινόταν! Μισούσε τον εαυτό του περισσότερο απ’ όσο πίστευε ότι μπορεί κάποιος να μισήσει τον εχθρό του.

Λίγο πιο κάτω η μηχανή σταμάτησε, η Μάρθα εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά και καβάλησε πίσω από το Γιάννη. Τον αγκάλιασε και σφίχτηκε πάνω του με δύναμη. Ένα κοφτερό ξίφος καρφώθηκε στην καρδιά του Μάρκου μα δεν μπόρεσε να τραβήξει το βλέμμα του μακριά.

Έσφιξε τα δόντια και είπε: «Κράτα λίγο ακόμα!».

Η πορεία της μηχανής συνεχίστηκε για λίγο μέσ’ τα στενά και σταμάτησε μπροστά σε μια πολυκατοικία.

«Εδώ είμαστε!» μουρμούρισε ο Μάρκος και διπλοπαρκάρισε. «Καλή επιλογή, όχι και η καλύτερη μα αρκετά καλή. Κοντά στον ηλεκτρικό, η καλή μου η Μάρθα έβαλε σίγουρα το χεράκι της εδώ! Πρακτικό μυαλό βλέπεις».

Το ζευγάρι κατέβηκε χαμογελαστό από τη μηχανή και χώθηκε βιαστικά στην είσοδο αποφεύγοντας τις χοντρές στάλες που άρχισαν να πέφτουν.

Ο Μάρκος βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε απέναντι δίπλα στη μηχανή. Άφησε τους δυο ερωτευμένους να μπουν στο ασανσέρ και χτύπησε δυο – τρία κουδούνια στην τύχη. Μόλις η είσοδος άνοιξε έτρεξε γρήγορα στη σκάλα. Άρχισε να ανεβαίνει ταχύτατα και όσο πιο αθόρυβα μπορούσε σίγουρος πως το ζευγάρι είχε καλύτερα πράγματα να κάνει στο διάδρομο από το να ανησυχεί για κάποιον αθώο θόρυβο. Έφτασε στον όροφο που πριν μισό λεπτό είχε σταματήσει το ασανσέρ και πρόλαβε να δει την πόρτα ενός διαμερίσματος να κλείνει. Έκατσε στη σκάλα για να πάρει μερικές ανάσες. Δεν μπορούσε να το αντέξει. Ήταν κάτι πέρα από τη λογική του.

“Λογική!” σκέφτηκε και χαμογέλασε πικρά.

Περίμενε ώρα στη σκάλα. Ζύγιζε την απόφασή του. Μετρούσε τ’ αρνητικά. Πολλά… πάρα πολλά. Μα δε μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν άντεχε άλλο να ζει μέσα στη φρίκη. Δεν ήταν δυνατός. Κάποια στιγμή του το είχε πει: “Δεν είσαι αρκετά δυνατός για να με έχεις”.

Η βροχή είχε δυναμώσει και τα μπουμπουνητά έφτασαν μια ανάσα από τη γειτονιά. Σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. Κόλλησε το αυτί του και αφουγκράστηκε. Δεν άκουσε τίποτα. Έβγαλε μια κάρτα από το πορτοφόλι του και την έχωσε στη χαραμάδα ψάχνοντας τη γλώσσα της πόρτας. Εκείνη άνοιξε με τη μία, δεν είχαν κλειδώσει!

“Κρίμα” σκέφτηκε.

Μπήκε στο εσωτερικό. Μικρό, μουντό, κάτι ανάμεσα σε δυάρι και γκαρσονιέρα. Μπορούσε να δει την κουζίνα και την πόρτα του υπνοδωματίου ανοιχτή. Το κρεβάτι στην κρυμμένη από τα μάτια του πλευρά έτριζε στο βάρος των σωμάτων. Κοίταξε ένα γύρο το χώρο απορώντας με την ψυχραιμία του.

“Χάλια…” σκέφτηκε. “Σίγουρα σου άξιζε μια καλύτερη ερωτική φωλιά μικρή μου κι όχι κάτι σαν, σαν…”. Τη φαντάστηκε κλεισμένη εκεί μέσα για Σαββατοκύριακο και έφριξε. Έδιωξε γρήγορα τις σκέψεις απ’ το μυαλό του, κόλλησε την πλάτη του στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας και άκουγε.

Ανάσες βαριές και κοφτές από τη μια, γλυκές παρακλητικές από την άλλη. Τις γνώριζε. Θα μπορούσε να τις αναγνωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες. Του άνηκαν, όμως εκείνο που άκουσε να βγαίνει αυτή τη φορά από τα χείλη της, δεν ήταν το όνομά του. Ήταν ένα όνομα ξένο. Το όνομα του ανθρώπου που βεβήλωνε αυτό το ιερό κορμί. Τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα ενώ το χέρι του χώθηκε στην τσέπη για να συναντήσει μια παγωμένη λαβή. Τράβηξε το όπλο αργά προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο αν και ήξερε πως δύσκολα θα τον έπαιρναν χαμπάρι μια στιγμή σαν αυτή. Δεν ήθελε να της κάνει κακό. Δεν ήθελε να την πληγώσει. Όμως δε μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και τη στιγμή της κορύφωσης μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Στάθηκε απέναντι από το κρεβάτι με το πιστόλι στο χέρι. Ο Γιάννης ήταν από κάτω. Τον είδε πρώτος. Ούρλιαξε και πέταξε τη Μάρθα στο πλάι. Εκείνη τα έχασε. Μάζεψε το σεντόνι και σκέπασε τη γύμνια της κοιτώντας αμίλητη το Μάρκο. Εκείνος κάρφωσε το βλέμμα στο κομοδίνο. Το δαχτυλίδι του ήταν εκεί, ακουμπισμένο πλάι στο ρολόι και το κινητό της. Προσπάθησε μα δεν μπόρεσε να κρατήσει το δάκρυ που χαράκωσε το πρόσωπό του. Δεν άντεχε να την κοιτάξει μια τέτοια ώρα. Μίλησε και ήταν σαν να μιλούσε στο δαχτυλίδι που σήμαινε για εκείνον τόσα πολλά.

«Καλησπέρα» της είπε. «Ήθελα μόνο να με πιστέψεις».

Έβαλε την κάνη στο στόμα του και πυροβόλησε. Ένας κεραυνός έπεσε κάπου κοντά, καλύπτοντας με τη βροντή του το θόρυβο.

Κενές στιγμές. Χωρίς ήχο, χωρίς πόνο, χωρίς ζωή! Κάπου μακριά η βροχή συνέχισε να πέφτει. Ο Μάρκος στεκόταν και κοιτούσε το άψυχο σώμα του που έπλεε σε μια κόκκινη λίμνη. Είδε το Γιάννη να βρίζει προσπαθώντας να φορέσει το παντελόνι του. Είδε τη Μάρθα να γονατίζει στο πάτωμα και να θρηνεί.

“Όλα έγιναν καθυστερημένα στη σχέση μας” σκέφτηκε ο Μάρκος “μα μην κλαις μικρή μου, όλα θα πάνε καλά!”

Η απέναντι γωνιά του δωματίου ξαφνικά σκοτείνιασε. Κάποιος ήταν εκεί. Κάποιος ή κάτι; Ο Μάρκος δε μπορούσε να διακρίνει τίποτε άλλο πέρα από μια σκιά. Κι όμως ήταν σίγουρος. Μια σκοτεινή μορφή είχε αναδυθεί εκεί στη γωνιά και τον περίμενε καρτερικά. Ένιωσε τη θερμοκρασία στο χώρο να πέφτει. Κινήθηκε προς την άγνωστη μορφή κι ένιωσε την παγωνιά της να τρυπάει το άυλο σώμα του. Στράφηκε στη Μάρθα. Έκλαιγε ακόμη με λυγμούς καθώς ο Γιάννης προσπαθούσε να τη σηκώσει από κάτω.

«Γρήγορα» της φώναξε. «Πάμε να φύγουμε από δω!»

Εκείνη ντύθηκε με το ζόρι και τον ακολούθησε στην έξοδο. Ο Μάρκος κοίταξε προς τον άγνωστο που τον περίμενε.

“Μπορώ να έχω λίγο χρόνο;”, παρακάλεσε. “Δε μπορώ να την αφήσω έτσι!”

Η σκοτεινή μορφή δεν απάντησε. Έμεινε ακίνητη για ένα λεπτό και στη συνέχεια ξεθώριασε αφήνοντας το Μάρκο μόνο του στο χώρο παρέα με το άψυχο σώμα του.

Εκείνος, χωρίς να χάσει χρόνο, βγήκε έξω και τους συνάντησε στη μηχανή. Η βροχή έπεφτε ακόμη δυνατή, μα δεν τον άγγιζε πια.

«Πρέπει να με πας σπίτι σήμερα» είπε η Μάρθα κλαίγοντας. «Δεν μπορώ να επιστρέψω με τον ηλεκτρικό».

«Ανέβα» μουρμούρισε ο Γιάννης.

Σε όλη τη διαδρομή εκείνη έκλαιγε ενώ ο Μάρκος δίπλα της καταριόταν, ακόμη μια φορά, τον εαυτό του για τον νέο πόνο που της προσέφερε. Λίγα τετράγωνα πριν το σπίτι της Μάρθας, η μηχανή σταμάτησε.

«Είσαι εντάξει;» έκανε ο Γιάννης.

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε εκείνη απομακρύνοντας δυο τούφες που είχαν κολλήσει από τη βροχή στο πρόσωπό της.

«Δεν ξέρω… πρέπει να σκεφτώ.» της είπε. «Θα επιστρέψω για να δω αν άκουσε κανείς τον πυροβολισμό. Ελπίζω να είμαστε τυχεροί και να τον σκέπασαν οι βροντές».

«Πάρε με σε παρακαλώ να μου πεις».

«Εντάξει, μόλις αποφασίσω τι πρέπει να κάνουμε θα σε πάρω».

“Να την αφήσεις ήσυχη” σκέφτηκε ο Μάρκος. “Εσύ νοίκιασες τη φωλίτσα, να τα βγάλεις πέρα μόνος σου. Μην ανακατέψεις τη Μάρθα σε αυτό”.

Χωρίστηκαν κι εκείνη περπάτησε γρήγορα μέχρι το σπίτι της. Ανέβηκε τη σκάλα, ξεκλείδωσε και έπεσε στο κρεβάτι της κλαίγοντας. Ο Μάρκος ξάπλωσε δίπλα της. Τα συναισθήματά του ήταν ανάμικτα. Από τη μία ήταν χαρούμενος που βρίσκονταν ξαπλωμένος δίπλα της μετά από τόσο καιρό.  Μπορούσε να αισθανθεί την ανάσα της, να μυρίσει το άρωμά της, να νιώσει τη ζεστασιά του κορμιού της. Από την άλλη όμως  αισθανόταν πως ίσως εκείνη είχε δίκιο και σε κάτι άλλο. Ακόμα και την ύστατη στιγμή είχε φερθεί εγωιστικά. Είχε επιλέξει να ρίξει την αυλαία μπροστά στα μάτια της.

Τη χάιδεψε. Εκείνη δεν είχε σταματήσει να κλαίει.

“Μη φοβάσαι μικρή μου. Είμαι εδώ δίπλα σου, καρδούλα μου!”

Πέρασε έτσι αρκετή ώρα με τη Μάρθα να θρηνεί και το Μάρκο ξαπλωμένο δίπλα της να τη χαϊδεύει προσπαθώντας μάταια να την παρηγορήσει.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Η Μάρθα πετάχτηκε και το άρπαξε.

«Ναι…»

«Είμαι στο διαμέρισμα» τον άκουσε να της λέει. «Κανείς δεν πήρε είδηση».

«Πρέπει να πάρουμε την αστυνομία» του είπε.

“Σε παρακαλώ μην ανακατευτείς σε αυτό!” σκέφτηκε ο Μάρκος.

«Δεν ξέρω, θα μπλέξουμε άσχημα.» είπε ο Γιάννης.

“Εσύ θα μπλέξεις, εσύ το νοίκιασες το βρομοαχούρι, να την αφήσεις ήσυχη.”

Η Μάρθα έκλαιγε ξανά ενώ έξω η βροχή συνέχιζε το μονότονο τραγούδι της.

«Έπρεπε να το περιμένουμε» της πέταξε ο Γιάννης από την άλλη πλευρά της γραμμής. «Φαινόταν ότι δεν πήγαινε καλά. Ήταν θέμα χρόνου να το κάνει».

«Μα… τι λες;»

«Έλα τώρα, για χαζό με περνάς; Ήταν όλα φως φανάρι, το κακό είναι πως ήρθε και ψόφησε μέσα στο διαμέρισμα για να μας μπλέξει».

«Πώς;» έκανε έκπληκτη η Μάρθα.

«Μάλλον θα πρέπει να έρθεις από δω. Ίσως βρούμε κάποιο τρόπο να τον ξεφορτωθούμε!»

“Έτσι ε; Περίμενε εκεί έξυπνο αγόρι, θα έρθω εγώ. Δε θα σε αφήσω να την μπλέξεις περισσότερο!” σκέφτηκε ο Μάρκος και χωρίς να περιμένει να ακούσει την απάντηση της Μάρθας βρέθηκε ξανά στη βροχή.

Η νύχτα είχε προχωρήσει. Βιαζόταν, δεν ήξερε πόσο χρόνο είχε ακόμα στη διάθεσή του και είχε μια δουλειά να τελειώσει. Τον τελευταίο καιρό αισθανόταν έντονα την ανάγκη να σκοτώσει κάποιον κι απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα ο εαυτός του δεν του ήταν αρκετός. Ο Γιάννης έδειχνε μια πολύ καλή επιλογή.

Έφτασε έξω από την πολυκατοικία, έσπασε το φανάρι της μηχανής και χαμογέλασε. Όταν μπήκε στο διαμέρισμα ένιωθε ήδη έτοιμος. Στην κρεβατοκάμαρα ο Γιάννης κάπνιζε καθισμένος στο ανάστατο κρεβάτι. Απέναντι του ο νεκρός Μάρκος είχε βουλιάξει σε μια σκούρα κηλίδα. Μια απαίσια μυρωδιά αίματος, καπνού και έρωτα κυριαρχούσε στα λίγα τετραγωνικά του δωματίου.

Ο Μάρκος πήγε στην κουζίνα. Έψαξε αθόρυβα στα συρτάρια και βρήκε ένα μεγάλο κουζινομάχαιρο. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και στάθηκε πάνω από το πτώμα του. Είδε τον Γιάννη να κοιτάζει με το στόμα ορθάνοιχτο το αιωρούμενο μαχαίρι. Τον πλησίασε και γονάτισε δίπλα του.

«Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα», του είπε «αλλά αφού δεν μπορώ να την έχω εγώ, δε θα την έχεις ούτε εσύ!»

Ο Γιάννης πετάχτηκε όρθιος κοιτάζοντας γύρω του τρομαγμένος. Ο Μάρκος τον άρπαξε από το δεξιό καρπό και τον τράβηξε κάτω, ακινητοποιώντας το χέρι του άλλου με την παλάμη στο πάτωμα.

«Αυτά τα δάχτυλα ταξίδεψαν στα μονοπάτια του κορμιού που μου άνηκε και θα τιμωρηθούν!»

Ο Γιάννης ούρλιαξε από τον πόνο ενώ έβλεπε τα δάχτυλά του να κόβονται το ένα πίσω από το άλλο. Ακολούθησε το άλλο χέρι και ενώ ο Γιάννης ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει ο Μάρκος του άνοιξε το στόμα και είπε.

«Αυτή η γλώσσα ένιωσε απαγορευμένες γεύσεις και θα τιμωρηθεί!»

Ο Γιάννης έχασε τις αισθήσεις του τη στιγμή που ο Μάρκος είχε τελειώσει με τη γλώσσα και ετοιμαζόταν να τιμωρήσει τα μάτια. Μια νέα λίμνη αίματος μούσκευε το βρόμικο πάτωμα. Η απέναντι γωνία σκοτείνιασε και η παράξενη μορφή αναδύθηκε ξανά. Ο Μάρκος ήταν τόσο απορροφημένος με το να χαρακώνει και να κομματιάζει το σώμα του Γιάννη που δεν της έδωσε καμιά σημασία. Το μίσος του ξεχείλιζε κι έκανε το μαχαίρι να ανεβοκατεβαίνει ασταμάτητα  τεμαχίζοντας το ανυπεράσπιστο κορμί. Η παράνοια είχε κυριεύσει την ψυχή του. Δεν ήξερε ούτε σε ποιον άνηκε το σώμα που έσφαζε κι έγδερνε με γρήγορες κινήσεις αλλά ούτε και ποιος ήταν ο ίδιος.

Το δωμάτιο θύμιζε σφαγείο, με το πτώμα του Μάρκου να έχει στραγγίξει στη μια γωνιά και τα κομμάτια που κάποτε αποτελούσαν τον Γιάννη σκορπισμένα παντού. Το πάτωμα είχε τώρα καλυφθεί με σάρκες ενώ βαθυκόκκινο αίμα έσταζε από τα λιγοστά έπιπλα. Κοίταξε γύρω του και διαπίστωσε πως δεν είχε απομείνει τίποτα από τον αντίπαλό του, μα η οργή του δεν είχε καταλαγιάσει ακόμη. Το άυλο χέρι του έσφιγγε το μαχαίρι με όλη τη δύναμη της ψυχής του.

Στράφηκε προς το δικό του κορμί διψασμένος για περισσότερο αίμα. Ξαφνικά κατάλαβε πως μισούσε αυτό το απομεινάρι περισσότερο από τον κακομοίρη που πετσόκοψε. Όμως πριν προλάβει να πιάσει δουλειά ένιωσε ένα παγωμένο ρεύμα αέρα να τον αγκαλιάζει. Ο χρόνος του είχε τελειώσει. Χαλάρωσε τη λαβή του και άφησε το μαχαίρι να γλιστρήσει στο πάτωμα.

Ένας κεραυνός έπεσε εκεί κοντά. Ο συναγερμός που τσίριξε στην πιλοτή τράβηξε το Μάρκο βίαια στην πραγματικότητα.

Την είχε δει και σήμερα. Ήταν καλά. Μπορούσε τώρα να φύγει. Άναψε ένα τσιγάρο και γέμισε τα πνευμόνια του βαρύ καπνό. Βγήκε από την κρυψώνα του και άρχισε να κατηφορίζει με τη βροχή να κυλάει στην πλάτη του μέσα από τον σηκωμένο γιακά.

«Σ’ αγαπώ πολύ μικρή μου» ψιθύρισε. «Πάντα θα σ’ αγαπώ. Ας είναι η βροχή το χειρότερο που θα σου συμβεί απόψε!»

Read Full Post »

Η πόρτα άνοιξε και ο κρύος αέρας που μπήκε έριξε μια γρήγορη ματιά στο χώρο κάνοντας το κουλουριασμένο γεροντάκι να τυλιχτεί πιο πολύ με τις κουβέρτες του. Λίγο πριν το κλείσιμο της πόρτας μια σκιά γλίστρησε μες το δωμάτιο κάνοντας το κρύο, παγωνιά. Το γεροντάκι αντιλήφθηκε την παράξενη παρουσία και ανασηκώθηκε. Στο λιγοστό φως του φεγγαριού που έμπαινε από το παράθυρο τα πάντα έδειχναν φυσιολογικά. Τα πάντα εκτός από την απέναντι γωνία. Εκεί το σκοτάδι είχε πυκνώσει. Έτριψε τα μάτια του και προσπάθησε να εστιάσει καλύτερα. Μια σκοτεινή μορφή άρχισε σιγά, σιγά να κάνει την εμφάνισή της απέναντι του. Γύρισε προς το κομοδίνο ψάχνοντας το διακόπτη του λαμπατέρ.

«Θα προτιμούσα να μην ανάψεις το φως» είπε μια παγωμένη φωνή. Οι λέξεις απέκτησαν οντότητα και αφού για μια και μόνο στιγμή αιωρήθηκαν στον αέρα, έπεσαν στο χαλί σπάζοντας σε χιλιάδες μικρά κρυσταλλάκια ρίχνοντας έτσι χαμηλότερα τη θερμοκρασία στο χώρο.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε το γεροντάκι προσπαθώντας να δει καλύτερα μες το μισοσκόταδο.

«Είμαι αυτός που περιμένεις τόσο καιρό» αποκρίθηκε ο άγνωστος.

Ο γέροντας ζάρωσε πάνω στο στρώμα του. Η μορφή απέναντι του έκανε ένα βήμα εμπρός και άρχισε να διαγράφεται καθαρότερα κάτω από το ασημένιο φως του φεγγαριού. Ο ξένος ήταν ψηλός. Μια μακριά σκούρα κάπα σκέπαζε όλο του το σώμα ενώ μια μυτερή κουκούλα έριχνε τη σκιά της σε ένα απόκοσμο πρόσωπο χωρίς μάτια, μύτη, φρύδια. Ούτε καν στόμα δεν υπήρχε πάνω σε εκείνο το κενό χλωμό πρόσωπο.

«Ήρθες τελικά!» ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια να μείνει ήρεμος.

«Τελικά !!!» επανέλαβε ο ξένος. «Πίστεψες ότι υπήρχε περίπτωση να μην έρθω;»

Ο γέρος τράβηξε λίγο πιο ψηλά τα σκεπάσματα, λες και θα μπορούσαν οι κουβέρτες να τον προστατέψουν.

«Δεν είναι αυτό που πίστεψα… όχι, σίγουρα δεν πίστεψα κάτι τέτοιο. Απλά, όσο πιο πολύ περιμένεις τόσο πιο μεγάλο το παιχνίδι που παίζει το μυαλό σου».

«Χαλάρωσε φίλε μου. Ελπίζω να μην σε ενοχλεί που σε αποκαλώ έτσι.»

«Όχι δεν με ενοχλεί αυτό».

«Τότε τι σε ενοχλεί;»

«Τώρα πώς να σου πω χωρίς σε προσβάλω;»

«Ω!!! δεν πιστεύω να εννοείς ότι σε ενοχλεί η παρουσία μου; Αφού και οι δυο μας ξέρουμε ότι με περίμενες». Έκανε το πλάσμα.

«Ναι δε λέω, σε περίμενα. Αλλά άλλο είναι να το σκέφτεσαι και άλλο να το ζεις».

«Μη στεναχωριέσαι γι αυτό. Αν θες μπορείς να μην το ζήσεις άλλο».

«Στάσου!!!» φώναξε ο γέρος «Ας το ζήσω λίγο ακόμα. Δεν με πειράζει και τόσο».

«Εντάξει» είπε ο μυστηριώδης ξένος και στράφηκε προς το παράθυρο. «Δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Στο κάτω-κάτω έχουμε ακόμη λίγο χρόνο».

«Ωραία. Μπορώ να σου κάνω κάποιες ερωτήσεις που θέλω;» ρώτησε ο γέροντας παίρνοντας θάρρος.

«Τι θες να μάθεις;» αποκρίθηκε το πλάσμα.

«Κατ αρχάς, ποιο είναι το όνομα σου;»

«Δεν έχω όνομα».

«Δε μπορεί, όλοι έχουν ένα όνομα».

«Ξεχνάς κάτι βασικό. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα όνομα. Εγώ δεν είμαι άνθρωπος. Αλλά και πάλι αν επιθυμείς να με αποκαλείς κάπως δεν με πειράζει. Διάλεξε ένα από αυτά με τα οποία εσείς με αποκαλείτε».

«Εντάξει. Ποιο σου αρέσει περισσότερο;»

«Κανένα».

Η απάντηση ήταν κοφτή και παγωμένη. Τόσο που ο γέρος ξαναθυμήθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης και τράβηξε τις κουβέρτες μέχρι τη μύτη του. Κοίταξε τον ξένο που αφουγκραζόταν τώρα τους θορύβους της νύχτας και αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να μάθει κάποια πράγματα που τον βασάνιζαν εδώ και χρόνια.

«Συγνώμη, που γίνομαι λίγο αδιάκριτος αλλά θέλω να ρωτήσω κάτι ακόμα» ο γέροντας ξεροκατάπιε και συνέχισε. «Εγώ τώρα τι θα απογίνω; Θα χαθώ;»

«Εσύ τι πιστεύεις;» έκανε  η σκοτεινή παρουσία γέρνοντας εμπρός με φανερό ενδιαφέρον.

«Δεν είμαι σίγουρος. Πολλοί λένε πως γίνεσαι ορυκτό, πέτρα, φυτό, ζώο, πεταλούδα, μαμούνι. Άλλοι λένε πως το πνεύμα σου αναπαύεται κοντά στον δημιουργό. Άλλοι πάλι μιλούν για πιλάφια και διάφορα τέτοια ωραία πράγματα».

«Α μόνο τέτοια, σχετικά όμορφα έχεις ακούσει. Τότε γιατί θες να ζήσεις περισσότερο;»

«Επειδή έχω ακούσει και άλλους να λένε για φωτιές που καίνε αιώνια και πολλά άλλα τέτοια που ούτε να τα σκέφτομαι δε θέλω» είπε το γεροντάκι και ανακάθισε στο στρώμα του.

«Εσύ τι θα προτιμούσες;» τον ρώτησε ο ξένος παίζοντας αδιάφορα με το μανίκι του.

«Τα πιλάφια ίσως και τα ουρί». Απάντησε ο γέροντας και μια μικρή σπίθα ελπίδας άναψε ξαφνικά μέσα του.

«Ναι βέβαια τα ουρί. Αναρωτιέμαι πώς να είναι άραγε» έκανε το πλάσμα σκεπτικό.

Πέρασαν μερικές στιγμές χωρίς να μιλήσει κανένας από τους δύο. Η αγωνία του γέροντα είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Κάποιος τρόπος θα υπήρχε δε μπορεί. Έπρεπε να τα παίξει όλα για όλα μήπως και τη γλιτώσει.

«Δεν θέλω να πεθάνω. Είναι άδικο. Είμαι ένας φτωχός γέρος που δεν έχει βλάψει ποτέ κανένα» κλαψούρισε.

Το πλάσμα στράφηκε προς το μέρος του και ψιθύρισε.

«Δεν έχει και τόση σημασία τώρα πια. Η προκαθορισμένη ώρα ήρθε και αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει» και υψώνοντας τη φωνή «Γιατί παρακαλώ είναι άδικο; Το ξέρεις ότι κοντεύεις τα ενενήντα πέντε; Έχεις γνωρίσει τα πάντα. Πολέμους, φτώχια, πόνο, αγάπη, χαρά, πλούτο. Τι άλλο θες να δεις;»

«Ναι βέβαια, δε λέω αλλά να… η ζωή είναι γλυκιά. Υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να σηκωθείς το πρωί, να βγεις στο δρόμο να πεις μια καλημέρα στον ήλιο, εκείνος να σου γνέψει από ψηλά και να σε ζεστάνει με τις ακτίνες του; Να κάνεις μια μεγάλη βόλτα στο δάσος και να μυρίσεις τις χίλιες δυο ευωδιές των λουλουδιών; Και μετά φτάνοντας στην ακροθαλασσιά να αγναντέψεις και να χαζέψεις τα ψαροπούλια που βουτάνε στο νερό;   Υπάρχει κάτι καλύτερο από…»

«Καλά καλά» τον διέκοψε ο άλλος. «Κατάλαβα, σου αρέσουν όλα αυτά τα απλά μικρά πράγματα που αρέσουν σε πολλούς από εσάς. Ωχ τα έχω βαρεθεί όλα αυτά και εκείνη η προαγωγή αργεί».

«Πώς;»

«Τίποτα, κάτι υπηρεσιακό. Δεν σε αφορά. Αλλά για πες μου, αυτό είναι που πραγματικά επιθυμείς;» ρώτησε το πλάσμα.

«Για τα πιλάφια λες;»

«Όχι βέβαια !!! Για τον ήλιο και τη θάλασσα.»

«Αχ ναι. Και τι δε θα ‘δινα για να παραμείνω στη ζωή» είπε ο γέρος.

Το πλάσμα πετάχτηκε ξαφνιασμένο και πλησίασε πιο κοντά με φανερό ενδιαφέρον.

«Τι θα έδινες δηλαδή;» ρώτησε.

Σε ‘πιασα, χαμογέλασε μέσα του ο γέρος. «Ότι έχω και δεν έχω. Ακίνητα, χρήματα, μετοχές, πνευματικά δικαιώματα τα πάντα.»

Το πλάσμα έμεινε για λίγο στραμμένο προς το μέρος του γέρου και μετά γυρνώντας προς το παράθυρο έβγαλε το πιο παγωμένο, το πιο απόκοσμο  γέλιο που έχει ακούσει ποτέ ανθρώπου αυτί.

Ο γέροντας τα ‘χάσε. Ένα κρύο ρεύμα αέρα τρύπωσε μέσα από το γιακά της πιτζάμας του και σύρθηκε μέχρι τη βάση της σπονδυλικής του στήλης, κάνοντας τον να ριγήσει και να κουκουλωθεί με τα σκεπάσματα του. Η μικρή σπίθα ελπίδας που είχε ανάψει μέσα του τρεμόπαιξε για λίγο και έσβησε αφήνοντας πίσω της παγωνιά και αποκαΐδια. Η υπομονή του είχε εξαντληθεί. Ξαφνικά το μόνο που ήθελε ήταν το τέλος. Δεν είχε άλλο κουράγιο και έτσι αποφάσισε να παραδοθεί.

«Γιατί παίζεις μαζί μου;» ρώτησε αδύναμα. «Τι θέλεις από μένα;»

Το πλάσμα βημάτισε αργά και αποκρίθηκε.

«Δεν θέλω τίποτα. Ή μάλλον πιο σωστά, δεν έχεις να μου δώσεις κάτι που να χρειάζομαι και να μην μπορώ να το πάρω μόνος μου. Όσο για τα χρήματα σου κράτησε τα σφιχτά και γλυκοφίλησε τα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσοι άνθρωποι πριν από ‘σένα προσπάθησαν να κάνουν τούτο το παζάρι. Άνθρωποι πλούσιοι και ισχυροί σε αυτή τη ζωή. Πόσο ανόητος πρέπει να είναι κάποιος για να πιστεύει ότι το χρήμα θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμο αυτή την ώρα.»

Το φως μες το δωμάτιο είχε αυξηθεί. Ο ξένος σταμάτησε να βηματίζει και στράφηκε προς το παράθυρο. Η νύχτα είχε κυλήσει γρήγορα και αθόρυβα και έδινε τώρα τη θέση της στο πρώτο γλυκό φως της αυγής.

«Άργησα, πρέπει τώρα να φύγω» μονολόγησε. Με ένα γνέψιμο άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε εμφανιστεί.

Ο γέρος απόμεινε μόνος.

Τώρα τι γίνεται; Σκέφτηκε. Καμία απάντηση δεν σχηματίστηκε στο μυαλό του. Έμεινε έτσι για πολύ ώρα ακίνητος, κουλουριασμένος πάνω στο στρώμα του, περιμένοντας. Αλλά τίποτα δεν έγινε. Άρχισε να σκέφτεται περίεργα πράγματα. Στην αρχή προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι είδε έναν εφιάλτη. Πολλούς μήνες τώρα έφερνε το θάνατο στο νου του και έτσι ήταν πολύ φυσικό να δει ένα τέτοιο κακό όνειρο.

«Χα αυτό είναι» φώναξε και δίνοντας μια στα σκεπάσματα σηκώθηκε από το κρεβάτι χαρούμενος. Όμως η απόκοσμη παγωνιά που κυριαρχούσε στο δωμάτιο τον επανέφερε στην τάξη. Όχι η συνάντηση είχε συμβεί στην πραγματικότητα. Κάτι μέσα του το φώναζε δυνατά. Γιατί όμως ήταν ακόμη ζωντανός;

«Λες να τα κατάφερα και να με λυπήθηκε;» ψιθύρισε. «Όμως πώς; Γιατί;»

Μπερδεμένος βρέθηκε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει αρκετά ψηλά και η πόλη είχε ξυπνήσει. Άνθρωποι περπατούσαν παντού και τα παιδιά έπαιζαν ανάμεσα στα δέντρα στο απέναντι άλσος. Ήταν μια υπέροχη ημέρα. Χωρίς να χάσει άλλο πολύτιμο χρόνο ντύθηκε και βγήκε στο δρόμο. Κοίταξε τον ήλιο και του χαμογέλασε. Για μια στιγμή του φάνηκε πως του χαμογέλασε κι εκείνος αλλά αμέσως φταρνίστηκε και γύρισε αλλού το βλέμμα. Πέρασε απέναντι και μπήκε στο άλσος. Ένιωθε υπέροχα. Οι ζεστές ακτίνες έπεφταν πάνω του και του έδιωχναν μακριά κάθε πόνο και κούραση. Σήκωσε τα χέρια στον ουρανό.

«Υπέροχη μέρα, υπέροχος ήλιος, υπέροχη ζωή».

Μια παρέα παιδιών που έκαναν σκέητμπορντ  τον κοίταξαν και έβαλαν τα γέλια. Δεν τον πείραξε. Τους χαμογέλασε και άρχισε να κατηφορίζει γρήγορα προς τη θάλασσα. Τα λουλούδια τριγύρω άφηναν τις ευωδιές τους στον αέρα κι εκείνος τις έβαζε σε μια τάξη και τις ταξίδευε προς την ανατολή. Ο γέρος κατηφόριζε τραγουδώντας δυνατά παλιούς σκοπούς και τραγούδια που πίστευε πως τα είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια. Αισθανόταν τόσο καλά που του ερχόταν να τρέξει. Έφτασε στο παγκάκι κάτω από το μεγάλο πεύκο πολύ πιο γρήγορα από άλλες φορές. Κάποιος ήταν εκεί. Καθόταν στο παγκάκι κι αγνάντευε μια θάλασσα γαλήνια και πιο λαμπερή από ποτέ. Κάποιος καθόταν στο παγκάκι του. Στο δικό του παγκάκι κάτω από το μεγάλο πεύκο. Η διάθεση του άρχισε να αλλάζει. Όμως ξαφνικά χαμογέλασε και αποφάσισε ότι κανείς και τίποτα δεν θα του χαλούσε αυτή την υπέροχη μέρα. Κάποιος καθόταν στο παγκάκι αλλά υπήρχε αρκετός χώρος για να κάτσει και κάποιος άλλος, έτσι πλησίασε και κάθισε στην ελεύθερη άκρη. Κοίταξε τη θάλασσα. Υπέροχη. Τράβηξε μια βαθιά ανάσα και αναστέναξε.

«Ήρθες επιτέλους» άκουσε μια γνώριμη φωνή να του λέει.

Γύρισε ξαφνιασμένος και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν ήταν δυνατόν.

«Τι με κοιτάς σαν χάνος» του είπε ο άλλος. «Άργησες πολύ. Βαρέθηκα να περιμένω.»

«Μπάμπη…» ψέλλισε ο γέρος σαν να έβλεπε φάντασμα.

«Κάνε τουλάχιστον πως χάρηκες που με είδες κι ας είναι και ψέματα».

«Καλά πώς… θέλω να πω… να… αφού εσύ πέθανες. Ήρθα και στην κηδεία σου. Πάνε τώρα πέντε χρόνια.»

«Πέντε ε!!! Θα έβαζα στοίχημα πως ήταν περισσότερα. Περνάει τόσο αργά ο καιρός όταν δεν έχεις παρέα. Αλλά τώρα…» σταμάτησε τη φράση στη μέση, ακούμπησε με δύναμη ένα τάβλι πάνω στο παγκάκι και το άνοιξε. Έστησε τα πούλια και πέταξε τα ζάρια. «Εξάρες» φώναξε γελώντας και άρχισε να κοπανάει τα πούλια με λαχτάρα.

«Ρε Μπάμπη τι συμβαίνει εδώ;» είπε ο γέρος.

«Έλα παίξε».

«Εσύ έχεις πεθάνει».

«Πώς; Α ναι, καλά, καλά» είπε ο Μπάμπης και του έκανε νόημα να παίξει.

«Για στάσου ρε Μπάμπη μια στιγμή».

«Ωχ μωρ’ αδερφάκι μου μια ζωή σπασίκλας ήσουνα. Παίξε που να πάρει ο διάολ..… χμ. Εντάξει. Θέλεις κάποιες εξηγήσεις κι εγώ θέλω να παίξω τάβλι. Υπάρχει όμως μια λύση. Θα αρχίσεις να παίζεις μαζί μου κι εγώ θα σου εξηγώ».

Ο γέρος το σκέφτηκε για λίγο και το βρήκε σωστό. Πήρε τα ζάρια και τα έριξε.

«Ασσόδυο» φώναξε ο Μπάμπης και έβαλε τα γέλια.

«Για πες μου τώρα τι συμβαίνει εδώ;»

«Τι θες να συμβαίνει; Έχω πέντε χρόνια να δω τον κολλητό μου και μου έχουν λείψει οι παρτίδες μας».

«Έλα μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις».

Ο Μπάμπης πήρε το σοβαρό του ύφος, τον κοίταξε βαθιά μες τα μάτια και του είπε.

«Εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Κάτσε λίγο και σκέψου. Γιατί σήμερα ο ήλιος είναι τόσο γλυκός που σου έρχεται να τον φας με το κουταλάκι; Γιατί βλέπεις παιδιά και τους χαμογελάς σαν να είναι αγγελούδια ενώ μέχρι χθες παρακαλούσες να βρεις τη δύναμη να τα στραγγαλίσεις; Πώς γίνεται να  τρέχεις σαν το ελαφάκι ενώ μέχρι χθες είχες γίνει σαν οχτάρι από τα αρθριτικά και τους πόνους; Τι άλλαξε και άφησες έναν άλλον να κάτσει στο δικό σου παγκάκι ενώ 24 ώρες πριν είχες γκρινιάξει σε εκείνη την κοπέλα με το μωρό τόσο πολύ που σου είπε «βρε δεν πας σε καμιά γωνιά να ψοφήσεις, παλιόγερε». Γιατί αρνείσαι να πιστέψεις αυτό που ήδη έχεις καταλάβει;»

Ο γέρος έσκυψε το κεφάλι και δε μίλησε. Μόνο έπαιξε τη ζαριά του.

«Είχες επισκέψεις το βράδυ, έτσι δεν είναι;»

«Ναι».

«Και σε ρώτησε τι είναι αυτό που πραγματικά επιθυμείς». Είπε ο Μπάμπης και έπαιξε.

«Ναι».

«Και συ του είπες κάτι σαν αυτό που ζεις τώρα».

«Περίπου. Βασικά όχι του είπα ότι θέλω να το ζήσω αυτό.»

«Αυτό δεν είπα και ‘γω; Του είπες ότι θέλεις να ζήσεις αυτό που ζεις τώρα».

«Έστω, αλλά εννοούσα ότι θέλω να το ζήσω στην πραγματικότητα».

«Τι είναι αυτό που σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτή εδώ δεν είναι η πραγματικότητα;»

«Εσύ. Έχεις πεθάνει το ξέχασες;»

«Όχι φίλε μου δεν πέθανα. Ή τουλάχιστον δεν έπαθα αυτό που εννοείς.»

«Και τότε τι έπαθες;»

«Πέρασα. Ακριβώς όπως πέρασες και συ». Παίξε τώρα.

Ο γέρος έπαιξε και κοίταξε τη θάλασσα αναστενάζοντας.

«Καλά γιατί όμως μας συνέβη αυτό;»

«Μα είναι φυσιολογικό σε όλους συμβαίνει. Σε άλλους πιο νωρίς, σε άλλους αργότερα και σε σένα πολύ αργότερα.»

Ο γέρος τον κοίταξε δυσανασχετώντας.

«Δεν λέω αυτό ρε κεφάλα. Γιατί να μας περάσει εκεί που επιλέξαμε;»

«Αυτό δεν το ξέρω. Ίσως να ολοκληρώσαμε με επιτυχία την πρώτη φάση. Εξάρες!!!» φώναξε ο Μπάμπης και πήγε να παίξει.

Ο γέρος έπιασε το τάβλι με τα δυο του χέρια και το έκλεισε με δύναμη νευριασμένος. «Πάντα τέτοιος Κωλόφαρδος ήσουνα !!!» φώναξε.

«Εγώ; Εσύ είσαι που δεν έμαθες ποτέ να χάνεις, βρομόγερε !!!»

ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Read Full Post »

Παρακολούθησε για άλλη μια φορά το βίντεο. Η γυναίκα βγήκε από τα δέντρα και προχώρησε αργά προς την κάμερα, δηλαδή προς την πόρτα του έπαυλης. Έδειχνε ζαλισμένη. Έσκυψε κι έβγαλε τις γόβες της. Έκανε μερικά πιο σταθερά βήματα και τότε ξαφνικά πίσω της εμφανίστηκαν δυο χέρια.
Ο Άλαν πάγωσε για τρίτη φορά την εικόνα και κοίταξε προσεχτικά. Τα χέρια έδειχναν να εμφανίζονται από το πουθενά και το ένα από τα δύο κρατούσε ένα κοντό ξίφος. Ήταν χωμένα μέσα σε δυο χοντροκομμένα καφετιά γάντια. Μόνο μια μικρή σχισμή στο χώρο πρόδιδε την πιθανή προέλευση τους. Ο ντετέκτιβ άφησε την κασέτα να δείξει παρακάτω και φύσηξε τον καπνό του στο άδειο δωμάτιο. Τα μάτια της γυναίκας άνοιξαν διάπλατα μόλις το ένα χέρι της έκλεισε το στόμα ενώ το άλλο της χαράκωσε το λαιμό από τη μια άκρη ως την άλλη. Την επόμενη στιγμή η Ελίζα Σκοτ σωριάστηκε στο πλατύσκαλο ενώ τα χέρια εξαφανίστηκαν μέσα στη σχισμή. Ο Άλαν αναστέναξε και έσβησε το τσιγάρο του. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία ότι ο δολοφόνος είχε χρησιμοποιήσει το μανδύα.
Το ξημέρωμα γύρω στις πέντε, ένας άγνωστος του χτύπησε την πόρτα, συστήθηκε ως Χένρι, μπάτλερ του Ρίτσαρντ Σκοτ, του έδωσε ένα πακέτο και αποχώρισε. Το πακέτο περιείχε μια κασέτα κι ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Σκοτ που τον παρακαλούσε να αναλάβει την υπόθεση δολοφονίας της συζύγου του.
Τις πρώτες πρωινές ώρες αμέσως μετά την απομάκρυνση του πτώματος, ο ντετέκτιβ Άλαν Στάμος είχε κάνει μια πρώτη έρευνα στους εξωτερικούς χώρους της έπαυλης αλλά δεν ήθελε να ενοχλήσει τον σύζυγο του θύματος και το υπηρετικό προσωπικό με κουραστικές ερωτήσεις τόσο νωρίς. Δεν είχε βρει τίποτε περισσότερο από μερικά ίχνη στο νωπό χώμα ανάμεσα στα δέντρα της εισόδου και την είσοδο του κτιρίου. Τα ίχνη έδειχναν να έρχονται και να επιστρέφουν στο διπλανό δάσος αλλά ανάμεσα στα δέντρα μπερδεύονταν με άλλα παλαιότερα και όσο προχωρούσε η βλάστηση γινόταν όλο και πιο πυκνή με αποτέλεσμα να τα χάσει τελείως.
Ενώ εκείνος έκανε τις αρχικές έρευνες, είχε αφήσει το μεγαλογιατρό Ρίτσαρντ Σκοτ να θάψει τη σύζυγό του με την ησυχία του. Δεκαπέντε ώρες μετά το φόνο, επέστρεψε στο χώρο του εγκλήματος.
Χτύπησε το κουδούνι της εισόδου και περίμενε. Ένα λεπτό αργότερα ο Χένρι ο μπάτλερ άνοιξε την βαριά πόρτα και παραμέρισε για να περάσει ο ντετέκτιβ. Του πήρε το παλτό και με μια άνετη χειρονομία του έδειξε την πόρτα του γραφείου.
Ο Άλαν μπήκε σε ένα τεράστιο δωμάτιο με παχιά χαλιά και βιβλιοθήκες στους τρεις τοίχους. Στον μόνο τοίχο που δεν κάλυπταν βιβλία έκαιγε ένα επιβλητικό τζάκι. Στο κέντρο του δωματίου τρεις αναπαυτικές πολυθρόνες κύκλωναν ένα δρύινο γραφείο.
Όταν ο γιατρός μπήκε στο δωμάτιο βρήκε τον Άλαν όρθιο δίπλα στο τζάκι να χαζεύει το λίκνισμα της φλόγας.
«Παρακαλώ καθίστε» είπε και μετά από μια εγκάρδια χειραψία «Θα πιούμε κάτι;».
«Ένα τζιν, ευχαριστώ» απάντησε ο Άλαν και βολεύτηκε σε μια από τις πολυθρόνες.
«Λοιπόν κύριε Στάμος θα αναρωτιέστε γιατί βιάστηκα να σας αναθέσω την υπόθεση πριν καν ξεκινήσουν οι έρευνες της αστυνομίας. Είναι απλό. Πρώτον δεν τους έχω καμία απολύτως εμπιστοσύνη και δεύτερον επιθυμώ όσο τίποτε άλλο να συλληφθεί ο δολοφόνος της συζύγου μου.»
«Πείτε μου για τη γυναίκα σας κύριε Σκοτ. Τι είδους άνθρωπος ήταν;»
Ο γιατρός έσκυψε στο ποτό του και αναστέναξε.
«Θα έλεγα πως ήταν χαριτωμένη αλλά θα την αδικούσα. Ήταν πανέμορφη. Ήταν κοινωνική, ανοιχτή και πρόσχαρη. Όλοι την αγαπούσαν». Ένα παράπονο κυριάρχησε στη φωνή του «δεν μπορώ να καταλάβω ποιος θα ήθελε να της κάνει κακό και γιατί.»
Ο Άλαν Στάμος σηκώθηκε, πήγε προς το τζάκι και έμεινε εκεί με την πλάτη γυρισμένη.
«Πού βρισκόσασταν χθες βράδυ μεταξύ δώδεκα και δύο κύριε Σκοτ;»
Ο γιατρός συνοφρυώθηκε αλλά γρήγορα χαμογέλασε και απάντησε. «Στην κλινική φυσικά. Περνάω κάποιες βραδιές εκεί. Θέλω και να έχω τον έλεγχο σε κάθε τι που γίνεται στην επιχείρηση μου αλλά και να το δείχνω.»
«Φαντάζομαι πως πολλοί άνθρωποι θα είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν τα λόγια σας εάν αυτό χρειαστεί.»
«Φυσικά, ήμουν εκεί από το μεσημέρι έως την ώρα που με ειδοποίησαν για το φον… για αυτό που συνέβη στη σύζυγό μου. Εξάλλου δεν έμεινα στιγμή μόνος. Μια τέτοιου μεγέθους ψυχιατρική κλινική έχει ένα σωρό υποχρεώσεις και ευθύνες όπως θα ξέρετε.»
«Μάλιστα, δεν μπορείτε να φανταστείτε κάποιον που δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τη σύζυγό σας; Κάποιον που με τον οποίο ενδεχομένως να μην είχαν και τις καλύτερες σχέσεις;»
«Η Ελίζα; Όχι.. .όχι δεν πρέπει να υπάρχει τέτοιος άνθρωπος.»
«Τα γεγονότα δείχνουν να σας διαψεύδουν κύριε Σκοτ.»
Ο γιατρός έμεινε για λίγο σκεφτικός και στη συνέχεια κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
«Δυστυχώς δεν μπορώ να σας βοηθήσω σε αυτό κύριε Στάμος. Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν.»
«Πείτε μου γιατρέ, πόσοι άνθρωποι μένουν μαζί σας σε αυτό το σπίτι;»
«Τέσσερις… όχι πέντε. Η οικονόμος η κυρία Γουίκ, ο Χένρι ο μπάτλερ, η Τζέην η καμαριέρα, η Σίντυ η μαγείρισσα και εδώ και λίγους μήνες μένει μαζί μας και η αδερφή της συζύγου μου η Σούζαν.»
«Φαντάζομαι πως δε θα σας ενοχλούσε να τους απασχολήσω για λίγο μέσα στην ημέρα.»
«Ελεύθερα. Πιστεύετε πως θα μπορούσαν να βοηθήσουν;»
«Ίσως.»
«Τον Χένρι τον γνωρίσατε ήδη. Αλήθεια μήπως είδατε το βίντεο που σας έφερε;»
«Το είδα.»
«Ποια είναι η γνώμη σας;»
«Εκείνο που φωνάζει από μακριά είναι πως το κίνητρο του φόνου δεν ήταν η ληστεία και πως ο δολοφόνος φορούσε το μανδύα.»
«Ναι… την ίδια άποψη έχω σχηματίσει κι εγώ με τη διαφορά πως δεν ήξερα την ύπαρξη του μανδύα. Όπως καταλαβαίνετε. Το σοκ ήταν διπλό για εμένα.»
«Καταλαβαίνω. Είναι μια πρόσφατη, ας την πούμε ανακάλυψη του Καθηγητή Μποροζόφ. Το είχα ήδη πληροφορηθεί από τον τύπο. Ο ίδιος ο καθηγητής με περιμένει σε μια ώρα στο πανεπιστήμιο να συζητήσουμε για την υπόθεση μας. Δε θα ήθελα να σας κουράσω περισσότερο. Θα κάνω ορισμένες ερωτήσεις στο προσωπικό και θα αποχωρίσω.»
«Όπως θέλετε» είπε ο Σκοτ. Σηκώθηκε και φτάνοντας στην πόρτα κοίταξε τον ντετέκτιβ στα μάτια.
«Κύριε Στάμος θέλω τον ένοχο το συντομότερο δυνατό. Και μη σκεφτείτε τα χρήματα.»
«Μην ανησυχείτε… δεν τα σκέφτομαι ποτέ.»
Ο Στάμος πέρασε την επόμενη ώρα κάνοντας ερωτήσεις για τη ζωή του θύματος στο προσωπικό της έπαυλης. Η αδερφή της απουσίαζε και ο ντετέκτιβ της άφησε μήνυμα πως θα περνούσε το βράδυ. Αργότερα οδηγώντας προς την πόλη και κάνοντας μια γρήγορη αξιολόγηση των στοιχείων που είχε συλλέξει διαπίστωσε ότι αυτά ήταν ελάχιστα.
Το πιο χρήσιμο το έμαθε από τη Τζέην την καμαριέρα. Η Ελίζα Σκοτ πολύ συχνά όταν ο σύζυγος της έλειπε στην κλινική δεν επέστρεφε στο σπίτι τις νύχτες. Δεν ήξερε βέβαια που και με ποιον ήταν αλλά ήταν σίγουρα μια κατεύθυνση που έπρεπε να διερευνηθεί. Ο μόνος άνθρωπος που θα μπορούσε ίσως να ξέρει κάτι περισσότερο με βάση τα λεγόμενα την καμαριέρας ήταν η Άννυ Τόμασον, μια εκκεντρική και πλούσια γυναίκα με την οποία το θύμα διατηρούσε φιλικές σχέσεις.
Ο καθηγητής Μποροζόφ τον περίμενε σε ένα μεγάλο γραφείο ακριβώς δίπλα στο εργαστήριο που φυλασσόταν ο Μανδύας.
«Λοιπόν κύριε…»
«Στάμος, Άλαν Στάμος.»
«Σωστά, λοιπόν κύριε Στάμος ποιος ο σκοπός της επισκέψεώς σας;»
«Όπως σας είπα στο τηλέφωνο είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ και κάνω έρευνες για ένα φόνο που έγινε χθες βράδυ.»
«Μάλιστα, εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι το τι σχέση μπορεί να έχω εγώ με αυτές τις έρευνες.»
«Υπάρχει κάτι που σας συνδέει με το φόνο κύριε καθηγητά και θα ήθελα από εσάς μερικές απαντήσεις.»
«Τι είναι αυτό που με συνδέει;»
«Ο μανδύας. Τον φορούσε ο δολοφόνος.»
Ο Μποροζόφ χλώμιασε και κάρφωσε το βλέμμα του στην πόρτα του εργαστηρίου.
«Μα αυτό είναι αδύνατο» ψέλλισε. «Ο μανδύας δεν έχει βγει καθόλου από το εργαστήριο.»
«Υπάρχει πάντα η περίπτωση αυτό να έχει γίνει και να μην το γνωρίζετε.»
«Α όχι, αποκλείεται. Μόνο εγώ και ο βοηθός μου έχουμε πρόσβαση στο εργαστήριο και το πανεπιστήμιο φυλάσσεται από ειδικούς φρουρούς.»
«Μπορώ να δω το μανδύα κύριε καθηγητά;»
«Δε νομίζω πως θα τα καταφέρετε» απάντησε ο Μποροζόφ και γελώντας άνοιξε την πόρτα που χώριζε το γραφείο με το εργαστήριο και πέρασε μέσα. Ο ντετέκτιβ ακολούθησε με φανερό ενδιαφέρον και βρέθηκε σε μια αίθουσα γεμάτη ράφια, πάγκους και υπολογιστές. Παράξενα μηχανήματα κάλυπταν εξ ολοκλήρου τη μια πλευρά του εργαστηρίου ενώ ένα γυάλινο χώρισμα με μια μικρή πόρτα στη μια του άκρη κρατούσε προστατευμένα τα τρία τετραγωνικά της μιας γωνίας. Ο καθηγητής άπλωσε το χέρι και έδειξε με επισημότητα το μικρό χώρο πίσω από το τζάμι.
«Κύριε Στάμος, από δω ο μανδύας.»
Ο Άλαν Στάμος έμεινε άφωνος κοιτώντας το απόλυτο κενό. Ο Μποροζόφ διασκέδαζε με την ψυχή του και δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει. Με μια γρήγορη κίνηση άνοιξε το πορτάκι και βρέθηκε πίσω από το τζάμι. Σήκωσε τα χέρια του και με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση εμφάνισε στη μέση της αίθουσας μια κούκλα σε μέγεθος ανθρώπου. Ο ντετέκτιβ είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Μόνο ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα κατάλαβε ότι η κούκλα ήταν πάντα εκεί και ότι απλά τη σκέπαζε ο μανδύας.
«Μήπως θα μπορούσατε κύριε καθηγητά να φορέσετε το μανδύα;»
«Πολύ ευχαρίστως.»
Με μια γρήγορη κίνηση ο Μποροζόφ έριξε κάτι πάνω στην πλάτη του και αμέσως μετά εξαφανίστηκε. Το πορτάκι άνοιξε κάνοντας τον ντετέκτιβ να περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του προσπαθώντας μάταια να εντοπίσει τη νέα θέση του καθηγητή.
«Ακριβώς μπροστά σας» άκουσε τον καθηγητή να χαχανίζει.
Ο Στάμος κοίταξε το κενό.
«Πολύ ωραία, μήπως τώρα θα μπορούσατε να μου εμφανίσετε μόνο τα χέρια σας;»
Ξαφνικά μια μικρή σχισμή δημιουργήθηκε μπροστά του και τα δυο χέρια του καθηγητή εμφανίστηκαν. Ήταν ακριβώς αυτό που είχε δει στο βίντεο.
«Ευχαριστώ πολύ κύριε καθηγητά. Είναι σίγουρο πλέον ότι κάποιος χρησιμοποίησε την εφεύρεση σας.»
«Μα σας είπα αυτό αποκλείεται.»
Η πόρτα του εργαστηρίου άνοιξε και ένας νέος άντρας μπήκε στην αίθουσα.
«Γεια σου Ντέηβιντ» είπε ο Μποροζόφ βγάζοντας από πάνω του το μανδύα. «Ο κύριος Στάμος είναι ντετέκτιβ και ερευνά ένα φόνο που έγινε χθες βράδυ.»
«Φόνο;» ρώτησε ο Ντέηβιντ.
«Ναι χθες βράδυ δολοφονήθηκε η Ελίζα σύζυγος του Ρίτσαρντ Σκοτ. Ο δολοφόνος φορούσε το μανδύα» είπε ο Στάμος.
Ο βοηθός τινάχτηκε. Άρχισε να ανακατεύει μηχανικά μερικά δοχεία. Ο ντετέκτιβ προσπάθησε να διαβάσει το χλωμό πρόσωπο του νεαρού. Εκείνος ξαφνικά προφασίστηκε πως είχε κάποια δουλειά κι έκανε να φύγει.
«Μισό λεπτό» είπε ο Στάμος. «Θέλω να σας ρωτήσω ορισμένα πράγματα.»
«Τι σχέση έχω εγώ με τις έρευνες σας;» του πέταξε ο νεαρός.
«Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω» άρπαξε την ευκαιρία ο ντετέκτιβ.
«Πού ήσασταν χθες βράδυ μετά τις δώδεκα;»
«Σπίτι μου φυσικά.»
«Μόνος;»
«Ναι, μόνος.»
«Ο Ντέηβιντ μένει μόνος του ντετέκτιβ και δεν καταλαβαίνω το σκοπό των ερωτήσεών σας» παρενέβη ο καθηγητής. «Σας βεβαιώ πως κανείς απ’ τους δυο μας δε συνηθίζει να φοράει το μανδύα, να βγαίνει έξω και να σκοτώνει ανθρώπους.»
«Σύμφωνοι αλλά δε βγαίνει νόημα, εκτός εάν…»
«Εκτός εάν;»
«Πείτε μου καθηγητά, τι πιθανότητες υπάρχουν να έχει κλέψει κάποιος τα σχέδια του μανδύα ή εν πάση περιπτώσει μπορεί να υπάρχει κάπου ένας δεύτερος μανδύας;»
«Ποτέ δεν μπορείς να αποκλείσεις κάτι με σιγουριά, αλλά δεν το νομίζω.»
«Τότε λυπάμαι αλλά είσαστε και οι δύο ύποπτοι για φόνο.»
«Νομίζω πως το αστείο παρατράβηξε ντετέκτιβ. Καλή σας νύχτα.» είπε ο Μποροζόφ και άνοιξε την πόρτα.
Ο Στάμος προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα και σταμάτησε λίγο πριν βγει.
«Καλή σας νύχτα κύριοι. Ελπίζω να έχετε ισχυρό άλλοθι.»
Έκατσε πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου και άναψε ένα τσιγάρο. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και έκανε μια γρήγορη ανακεφαλαίωση. Κανείς από τους δύο δε φαινόταν ένοχος. Όμως ο νεαρός όσο αθώος κι αν ήταν, κάτι έκρυβε. Και ο Άλαν έπρεπε να το μάθει πάση θυσία.
Βρήκε τη διεύθυνση της Άννυ Τόμασον στον τηλεφωνικό κατάλογο και σε πέντε λεπτά ήταν στο σπίτι της.
«Έμαθα για το φόνο» είπε εκείνη καθώς ετοίμαζε δύο ποτά «και σας πληροφορώ πως δεν ένιωσα καμία έκπληξη.»
«Δηλαδή;» ρώτησε ο Στάμος παίρνοντας το ποτήρι που του πρόσφερε.
«Για μένα ήταν κάτι αναμενόμενο. Κάτι που αργά ή γρήγορα θα γινόταν.»
«Θέλετε να μου αναπτύξετε το συλλογισμό σας κυρία μου;»
«Άννυ παρακαλώ κι αν δε σε πειράζει θα σου μιλώ στον ενικό.»
Ο ντετέκτιβ έγνεψε πως δεν είχε πρόβλημα και κατέβασε το μισό ουίσκι που είχε στο ποτήρι του.
«Η Ελίζα ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα. Μέχρι χθες βράδυ πίστευα πως ήταν και πολύ έξυπνη. Το πρόβλημα της ήταν το χρήμα. Έτσι πουλήθηκε στον γιατρό» ήπιε μια γουλιά και συνέχισε. «Εκείνος την αγάπησε, της πρόσφερε τα πάντα ταξίδια, κοσμική ζωή, ακριβά ρούχα, σπορ αυτοκίνητα και ό,τι άλλο βάζει ο νους σου. Όμως…»
«Όμως;»
«Η Ελίζα δεν τον αγαπούσε και ήταν όμορφη, πολύ όμορφη και νέα. Έτσι άρχισε να ζει τη ζωή της και να γυρνάει με όποιον της έκανε κέφι. Μέχρι εδώ καλά. Είχε μια ζωή που πολλές θα τη ζήλευαν και τη χαιρόταν πραγματικά. Τελευταία όμως της είχε ξεφύγει ο έλεγχος. Άρχισε να γίνεται απρόσεχτη και να προκαλεί με τη συμπεριφορά της. Έμπλεκε με άντρες που δεν της ανήκαν και οι ιδιοκτήτριές τους φρόντισαν ώστε κάποιοι ψίθυροι να φτάσουν στα αυτιά του γιατρού.»
Αποτελείωσε το ποτό της και σηκώθηκε να βάλει άλλο ένα γύρο.
«Ευτυχώς για εκείνη είχε έναν σύζυγο που την αγαπούσε και μπορούσε να τη συγχωρήσει. Υπήρξαν όμως κάποιοι που δεν μπόρεσαν.»
«Ποιους εννοείτε;»
«Πρώτα απ’ όλα εμένα. Πριν έξι μήνες τα έμπλεξε με τον Βινς Μίτσελ» γέλασε παιχνιδιάρικα και συνέχισε «αυτός ήταν δικός μου. Δεν μπόρεσα να της το συγχωρέσω, ούτε τώρα τη συγχωρώ. Ποτέ δεν υπήρξε κάτι δυνατό μεταξύ εμένα και του Βινς, αλλά όπως και να το δεις δεν είναι σωστό να τα μπλέκεις με τον φίλο της κολλητής σου!»
Του πρόσφερε το δεύτερο ποτό και έκατσε κοντά του. Ο Στάμος σκέφτηκε πως αυτή η γυναίκα έπινε με τον ίδιο ρυθμό που μιλούσε. Της πρόσφερε τσιγάρο άναψε κι αυτός ένα και βολεύτηκε στον καναπέ.
«Εγώ βέβαια δεν είμαι σαν τις άλλες. Δεν υπήρχε περίπτωση να πιάσω τον Σκοτ και να του μιλήσω. Αυτό η Ελίζα το ήξερε και το εκμεταλλεύτηκε. Όμως δεν είναι όλες σαν εμένα…»
«Δηλαδή;»
«Δεν μπορώ να σου πω περισσότερα.»
«Κι αν σου υποσχεθώ πως το όνομά σου δε θα βγει από τα χείλη μου;»
«Χμμ…και γιατί να σε εμπιστευτώ Άλαν;»
Ο ντετέκτιβ έκανε μια κίνηση με τα χέρια προσπαθώντας να βρει έναν καλό λόγο αλλά εκείνη πετάχτηκε πριν αυτός μιλήσει.
«Άκουσε με λίγο… Δεν μπορώ να σου πω ονόματα. Θα σου δώσω όμως μια πληροφορία που δεν έχει κυκλοφορήσει. Ο Βινς δεν είναι αυτό που λέμε σταθερός παρτενέρ, καλλιτέχνης βλέπεις. Την περίοδο που ήμασταν μαζί ξέρω πως τραβιόταν και με μια άλλη γυναίκα. Ξέρω επίσης πως αυτή η γυναίκα είχε κι άλλους λόγους που την έκαναν να μη δει τόσο ψύχραιμα όσο εγώ την κίνηση της Ελίζας. Ίσως αυτή η γυναίκα να είναι το κλειδί της υπόθεσης. Θα πιούμε άλλο ένα;»
Ο Στάμος αρνήθηκε ευγενικά, ευχαρίστησε πολύ για την συνομιλία τους ζήτησε τη διεύθυνση του Βινς Μίτσελ και καληνύχτισε.
Έφτασε έξω από το αρχοντικό του Ρίτσαρντ Σκοτ και πάρκαρε λίγο πιο κάτω. Το δάσος ξεκινούσε σε αυτό ακριβώς το σημείο. Βγήκε από το αυτοκίνητο και το κρύο τον έκανε να τυλίξει τα χέρια του γύρω από το παλτό του. Προχώρησε μέχρι το σημείο που είχε χάσει τα ίχνη του δολοφόνου και χώθηκε μέσα στο κατασκότεινη και πυκνή καρδιά του δάσους. Το κάθε του βήμα ήταν προσεκτικό και η κατεύθυνση δινόταν περισσότερο από το ένστικτο.
Μετά από αρκετή ώρα και αφού θα είχε περπατήσει περίπου ένα με ενάμισι χιλιόμετρο από το αυτοκίνητο, το δάσος αραίωσε κι εκείνος βρέθηκε μπροστά σε ένα κτίσμα στην καρδιά ενός ξέφωτου. Στην απέναντι πλευρά ένας στενός χωματόδρομος χανόταν ανάμεσα στα τεράστια δέντρα. Έκανε τον κύκλο του κτιρίου και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανείς μέσα παραβίασε την είσοδό και μπήκε στο εσωτερικό του. Άναψε το φακό του και απέφυγε τα παράθυρα. Μετά από μια γρήγορη έρευνα διαπίστωσε πως βρισκόταν σε ένα μικρό σπίτι πέντε δωματίων. Ήταν σχετικά καθαρό και ταχτοποιημένο. Η μεγάλη κρεβατοκάμαρα ήταν άνετη και το τεράστιο κρεβάτι με τον ουρανό κυριαρχούσε στο χώρο. Απ’ ό,τι κατάλαβε το σπίτι χρησιμοποιούταν τακτικά.
Άρχισε να ψάχνει συρτάρια και ντουλάπες. Εκτός από μερικά φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια και μερικές κουβέρτες δεν βρήκε κάτι που να τον κάνει να πιστέψει πως το σπίτι χρησιμοποιούταν ως κύρια κατοικία. Δεν βρήκε καθόλου ρούχα και η κουζίνα είχε ελάχιστες κονσέρβες. Το μπαρ πάντως ήταν φορτωμένο και άρπαξε ένα μπουκαλάκι τζιν για να κρατηθεί ζεστός στην επιστροφή.
Δεν βρήκε καμία φωτογραφία. Έκατσε σε μια πολυθρόνα και κατέβασε το μισό μπουκαλάκι τζιν.
«Εξαιρετικό» μουρμούρισε και το βλέμμα του έπεσε σε ένα δίφυλλο ντουλάπι που δεν είχε ανοίξει ακόμη.
Η πόρτες ήταν κλειδωμένες αλλά αυτό δεν αποτελούσε εμπόδιο για τον ντετέκτιβ Άλαν Στάμος. Όταν επιτέλους άνοιξε τα δυο φύλλα του ντουλαπιού βρέθηκε μπροστά σε κάτι παράξενο. Ένα μαύρο μεταλλικό κουτί με τη μικρή οθόνη τους ασύρματους ακροδέκτες και ένα κάρο υποδοχές για κάθε είδους αποθηκευτικό μέσο. Κάτι που έμοιαζε με πληκτρολόγιο ήταν ακουμπισμένο δίπλα στη συσκευή ενώ μια σειρά από ηλεκτρονικές πλακέτες ήταν τοποθετημένες στο κάτω ράφι. Ήπιε άλλο λίγο τζιν και το μυαλό του καθάρισε. Πετάχτηκε σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Ήξερε τι είδους συσκευή ήταν αυτή μέσα στο ντουλάπι και ήξερε ακόμα ποιος θα του έλεγε κάποια πράγματα για τον τρόπο λειτουργίας της. Με βιαστικές κινήσεις άπλωσε το περιεχόμενο του ντουλαπιού στο πάτωμα χωρίς να παραλείψει το παραμικρό. Έβγαλε από την τσέπη τη φωτογραφική μηχανή που κουβαλούσε μαζί του για τέτοιες περιπτώσεις και τράβηξε μερικές φωτογραφίες. Στη συνέχεια τοποθέτησε τα πάντα στη θέση τους, στερέωσε τα πορτάκια όπως μπορούσε και έφυγε βιαστικά για το αυτοκίνητο. Χωρίς να καθυστερήσει ιδιαίτερα κατάφερε να βγει από το δάσος μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω από το όχημα του. Πέταξε στο κάθισμα του συνοδηγού το μπουκάλι με το τζιν και σχημάτισε έναν αριθμό στο τηλέφωνό του.
Η βαριεστημένη φωνή του καθηγητή Μποροζόφ ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής. Ο Στάμος χρειάστηκε μερικά λεπτά για να τον πείσει να συνεργαστεί μαζί του και στη συνέχεια του έστειλε τις φωτογραφίες χρησιμοποιώντας τον υπολογιστή του αυτοκινήτου. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να ακουστεί η φωνή του καθηγητή.
«Πρόκειται για έναν υποβολέα» είπε ο Μποροζόφ «το μοντέλο είναι περσινό και θεωρείται ξεπερασμένο, αλλά φαντάζομαι πως τη δουλειά του την κάνει μια χαρά.»
«Και ποια είναι αυτή;»
«Ο υποβολέας είναι μια συσκευή μέσω της οποίας μπορούμε να περάσουμε κάποια μηνύματα στο υποσυνείδητο του ασθενή. Αν ο χειριστής είναι ικανός τότε μπορεί να πετύχει θαύματα με αυτή τη συσκευή. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες αφού ολοκληρωθεί η θεραπεία ο ασθενής πιστεύει πως τα συναισθήματα και οι επιθυμίες του προέρχονται αποκλειστικά από αυτόν.»
«Σε τι είδους ασθενείς αναφέρεστε;»
«Μα φυσικά σε ανθρώπους με ψυχικές διαταραχές. Οι υποβολές ανήκουν στον ιατρικό εξοπλισμό των ψυχιατρικών κλινικών.»
Ο Ντετέκτιβ ευχαρίστησε και έκλεισε το τηλέφωνο. Έμεινε για λίγο σκεπτικός, άδειασε το τζιν και ετοιμάστηκε να φύγει όταν είδε μια μάσταγκ να βγαίνει με μεγάλη ταχύτητα από την έπαυλη και να τον προσπερνάει. Έβαλε μπρος και την ακολούθησε. Η νύχτα θα ήταν μακριά.
Η μάσταγκ έφτασε στην πόλη και μετά από πέντε λεπτά σταμάτησε στη λεωφόρο Χιουζ. Ο ντετέκτιβ στάθμευσε λίγα μέτρα πιο πίσω. Μια γυναίκα γύρω στα τριάντα με κοντά καστανά μαλλιά βγήκε από τη μάσταγκ και μπήκε στο εκατόν δεκαεφτά.
«Μπίγκο!» μουρμούρισε ο Στάμος. Ήταν το σπίτι του Βινς Μίτσελ. «Και ότι θα πέρναγα» άναψε ένα τσιγάρο και περίμενε. Μισή ώρα αργότερα η γυναίκα έφυγε και ο Στάμος κόλλησε το δάχτυλό του στο κουδούνι.
«Καλησπέρα Βινς» μουρμούρισε στον τύπο με το περιποιημένο μούσι που άνοιξε «ντετέκτιβ Στάμος θέλω να σου κάνω μερικές ερωτήσεις για την Ελίζα Σκοτ»
Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν μάλλον ακατάστατο και το μεγάλο σαλόνι ήταν γεμάτο μισοτελειωμένους πίνακες. Στο κέντρο του σαλονιού το πορτρέτο μιας όμορφης γυναίκας τραβούσε το βλέμμα σαν μαγνήτης.
«Η Ελίζα ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος» είπε ο Βινς δείχνοντας τον πίνακα και ρουφώντας μια τζούρα από το τσιγάρο του.
Ο Στάμος προσπάθησε να ξεκολλήσει από τον πίνακα και είπε.
«Ή είσαι πολύ ικανός ζωγράφος ή αυτή εδώ η γυναίκα ήταν πολύ όμορφη»
Ο Βινς γέλασε.
«Θα έλεγα πως ισχύουν και τα δύο. Δεν μπορώ να το πιστέψω, πώς είναι δυνατόν να συνέβη κάτι τέτοιο;»
«Όπως συμβαίνουν όλοι οι φόνοι. Πες μου Βινς, ποιος πιστεύεις ότι μπορεί να το έκανε;»
«Που θες να ξέρω;»
«Το τελευταίο διάστημα κάνατε αρκετή παρέα. Μπορεί κάτι να σου είπε.»
«Δεν κάναμε παρέα. Ερχόταν για να ποζάρει. Ήθελε να κάνει αυτό το πορτρέτο έκπληξη στον άντρα της.»
«Απ’ ότι φαίνεται του έκανε πολλές εκπλήξεις. Τέλος πάντων, ένα πουλάκι μου είπε πως χθες βράδυ πριν το φόνο ήταν εδώ.»
«Ναι, είχε έρθει να ποζάρει.»
«Μάλιστα και μετά τις πόζες της συνήθιζε να φεύγει μόνη;»
«Πάντα.»
«Ποιες άλλες έχουν ποζάρει για σένα κατά καιρούς;»
«Πολλές.»
«Και η κυρία που αποχώρησε πριν έρθω;»
Ο ζωγράφος άναψε ένα τσιγάρο.
«Ίσως.»
«Άκουσε με καλά ομορφούλη. Μη μου λες εμένα ίσως, μπορεί και άλλες τέτοιες μισοκουβέντες, γιατί σε μπλέκω τόσο βαθιά στην υπόθεση και σένα και τη μικρή Σούζαν που θα βλέπετε το φως της ημέρας μόνο από e-mail.»
«Τι είναι αυτά που λες; Τι σχέση έχω εγώ;»
«Τι ήθελε η Σούζαν στο σπίτι σου την επομένη του φόνου της αδερφής της;»
«Είναι φίλη, πέρασε για ένα καφέ.»
«Στο μισάωρο που κάθισε μήπως πρόλαβες να της φτιάξεις και κάνα δυο πορτρέτα;»
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ πως τα πουλάκια μιλάνε πολύ στις μέρες μας και λένε διάφορα. Λένε πως εσύ και η Σούζαν φτιάχνατε πορτρέτα πολύ πριν εμφανιστεί η Ελίζα στον καμβά. Λένε ακόμα πως μόλις είδες τη γυναικάρα να στήνεται απέναντι σου αποφάσισες πως μόνο αυτή αξίζει τις πινελιές σου και άφησες τη μικρή αζωγράφιστη. Εκείνη δεν ήθελε και πολύ, ήδη ζούσε στη σκιά της αδερφής της τόσα χρόνια και την ζήλευε παθολογικά. Δεν μπορούσε να ανεχθεί και την απώλεια του αγαπημένου της. Σαλτάρισε και τη σκότωσε και ήρθε εδώ απόψε να σε παρακαλέσει να τη βοηθήσεις. Τι σου ζήτησε, να της προσφέρεις άλλοθι;»
Ο ζωγράφος δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τον πίνακα σαν να ήθελε από κάπου να πάρει κουράγιο. Άναψε άλλο ένα τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό αναστενάζοντας.
«Στα όσα είπες κρύβονται κάποιες αλήθειες. Πριν καιρό ήμουν μπλεγμένος με τη μικρή. Δεν ήταν όμως κάτι σοβαρό. Ούτε για εκείνη όπως φαίνεται. Η αλήθεια είναι πως ζήλευε τρελά την αδερφή της αλλά δεν πιστεύω πως θα έφτανε ποτέ στο φόνο. Εκείνο που μου ζήτησε απόψε είναι να μη σου αποκαλύψω τη σχέση μας ώστε να μην τη θεωρήσεις ύποπτη. Δεν ήξερε πως τα πουλάκια σου είχαν ήδη μιλήσει.»
Όταν έφυγε από το σπίτι του ζωγράφου πήγε στο πανεπιστήμιο και στήθηκε απ’ έξω περιμένοντας το Ντέηβιντ το νεαρό βοηθό του καθηγητή. Έπρεπε να κλέψει το μυστικό του πάση θυσία και το όπλο που θα χρησιμοποιούσε ήταν ο αιφνιδιασμός. Ο νεαρός δεν άργησε να φανεί και ο Στάμος τον άρπαξε και τον πέταξε πίσω από μερικές λεύκες.
«Ή μου λες εδώ και τώρα τι ξέρεις ή πάμε αμέσως στο τμήμα και σου φορτώνω το φόνο.»
Ο Ντέηβιντ τον κοίταξε τρομοκρατημένος.
«Δεν το έκανα εγώ αλήθεια λέω. Ούτε ξέρω ποιος το έκανε.»
Ο ντετέκτιβ τον άρπαξε από τους γιακάδες.
«Θα σου πω, θα σου πω. Είναι λίγος καιρός τώρα που βγαίνω με μια κοπέλα τη Χάνα. Δεν υπάρχει κάτι ακόμα αλλά έχουμε έρθει αρκετά κοντά. Κάποια στιγμή της μίλησα για τη δουλειά μου με τον καθηγητή και έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον. Έτσι μια μέρα την έφερα στο εργαστήριο και της έδειξα διάφορα πράγματα. Αργότερα κατέληξα στο συμπέρασμα πως εκείνο που φάνηκε να την ενδιαφέρει περισσότερο ήταν ο μανδύας. Λόγω φόρτου εργασίας όμως, έμεινα στο πανεπιστήμιο και την άφησα να φύγει μόνη. Το επόμενο μεσημέρι ο υπεύθυνος ασφαλείας μου έκανε την παρατήρηση να μη φέρνω συνεχώς τη φιλενάδα μου στη δουλειά. Κάποιος την είχε δει να φεύγει λίγο πριν ενώ εγώ ήξερα ότι δεν είχε έρθει εκείνη την ημέρα αλλά την προηγούμενη.»
«Πως είναι αυτή η Χάνα;»
«Γύρω στα τριάντα μετρίου αναστήματος με κοντά καστανά μαλλιά.»
«Εξαφανίσου Ντέηβιντ, κι άλλη φορά να μου τα λες απ’ την αρχή μπας και λύσουμε καμιά υπόθεση στην ώρα της.»
Όταν έφτασε στο αρχοντικό η νύχτα ήταν προχωρημένη και το κρύο τσουχτερό. Στο σπίτι βρήκε μόνο το υπηρετικό προσωπικό και γύρισε στο αυτοκίνητο. Στάθμευσε μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω και χώθηκε στο δάσος. Ο ήχος των βημάτων του έσβηνε στο νοτισμένο χώμα. Μετά από λίγη ώρα έφτασε στο σπίτι στην καρδιά του δάσους και έκανε έναν κύκλο γύρω του. Κανείς δεν ήταν μέσα. Έκατσε στα σκαλιά και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του. Η νύχτα έδειχνε να παραδίνει τη σκυτάλη και ψηλά πάνω από το ξέφωτο τα αστέρια άρχισαν να χάνονται. Έβγαλε από την τσέπη του παλτού του έναν μεταλλικό αναπτήρα. Ένα δευτερόλεπτο πριν τον ανάψει έφτασε στ’ αυτιά του ο ήχος ενός αυτοκινήτου που πλησίαζε από το χωματόδρομο. Την επόμενη στιγμή αναπτήρας και τσιγάρο βρέθηκαν στην τσέπη του ενώ ο Στάμος χώθηκε πίσω από τα κοντινά δέντρα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγα μέτρα πιο πέρα και μια σκοτεινή σιλουέτα βγήκε και γλίστρησε μέχρι την πόρτα του σπιτιού. Ο Στάμος περίμενε με το όπλο στο χέρι. Λίγα λεπτά αργότερα ο άγνωστος βγήκε από το σπίτι κουβαλώντας ένα μεταλλικό κουτί. Ο ντετέκτιβ βγήκε από την κρυψώνα του.
«Καλημέρα γιατρέ, όμορφο πρωινό δε βρίσκεις;»
Ο Σκοτ πάγωσε.
«Τώρα που τελείωσε η δουλειά μπορείς να επιστρέψεις τα εργαλεία στην κλινική έτσι;» ρώτησε ο Στάμος πλησιάζοντας.
Με μια απότομη κίνηση ο Σκοτ πέταξε τον υποβολέα και πέτυχε τον ντετέκτιβ στο δεξί ώμο. Το πιστόλι έπεσε από το χέρι του Στάμος και ο γιατρός προσπάθησε να το πιάσει. Με μια δυνατή κλωτσιά ο Στάμος το πέταξε μακριά και έπεσε πάνω στο Σκοτ. Εκείνος του κατάφερε δυο δυνατές γροθιές στο πρόσωπο και ο ντετέκτιβ βρέθηκε ξαπλωμένος στη λάσπη. Ο Σκοτ έτρεξε προς το αυτοκίνητο αλλά ο ντετέκτιβ τον πρόλαβε στην πόρτα και με μια σπρωξιά τον έστειλε με τη μούρη στη θέση του συνοδηγού. Άρχισε να του ρίχνει δυνατές γροθιές στην πλάτη και τον τράβηξε έξω. Τον γύρισε για να του ρίξει την τέλεια γονατιά του αλλά έμεινε ακίνητος. Στο χέρι του γιατρού είχε εμφανιστεί ένα μικρό περίστροφο. Ο Σκοτ του έκανε νόημα να απομακρυνθεί και ο Στάμος έκανε δυο βήματα πίσω.
Το ξημέρωμα είχε έρθει και το φως στο ξέφωτο ήταν πλέον αρκετό.
«Καλούτσικος είσαι τελικά» είπε ο γιατρός ισιώνοντας τα ρούχα του «σίγουρα καλύτερος απ’ ότι περίμενα. Έβαλα κι εγώ έναν ντετέκτιβ για τα μάτια του κόσμου κι αυτός βρήκε άκρη σε εικοσιτέσσερις ώρες. Αυτό κι αν είναι γκαντεμιά.»
«Γιατί το έκανες αυτό Σκοτ;»
«Με ρωτάς γιατί το ‘κανα ε; Επειδή δεν πήγαινε άλλο γι αυτό το ‘κανα. Ξέρεις πώς είναι να είσαι μία από τις κεφαλές της πόλης, ένας σπουδαίος επιστήμονας, εκλεγμένος στο δημοτικό συμβούλιο, με βαρύ όνομα και πλούτο και να έχεις την πιο όμορφη γυναίκα στην πόλη; Μια γυναίκα που την ποθεί κάθε άντρας; Ξέρεις πώς είναι όταν ανακαλύπτεις πως αυτή η γυναίκα δίνεται στον κάθε άντρα που την ποθεί; Τρελαίνεσαι θολώνεις αλλά δε θέλεις να την χάσεις. Έχεις εθιστεί στην ομορφιά της, στην εξυπνάδα της. Κάνεις ό,τι περνά από το χέρι σου. Της δίνεις τη μία ευκαιρία πίσω από την άλλη. Κάποια στιγμή κουράζεσαι, ο κόσμος σε κουβεντιάζει συνεχώς. Πηγαίνεις στην κλινική και βλέπεις τους τρελούς να σε κοιτάνε με κείνο το χαζοχαρούμενο βλέμμα και νομίζεις πως σε κοροϊδεύουν. Τους φαντάζεσαι ακόμη και αυτούς να πλαγιάζουν μαζί της. Έπρεπε να γίνει δεν έπαιρνε άλλο»
«Και γιατί δεν το έκανες μόνος σου; Η Σούζαν τι σου έφταιγε;»
«Η Σούζαν… Ήθελα τη γυναίκα μου νεκρή, δεν μπορούσα όμως να το κάνω ο ίδιος. Αυτό ήταν κάτι αδύνατο για μένα. Ποτέ δε θα έβρισκα τη δύναμη να σκοτώσω την Ελίζα με τα ίδια μου τα χέρια. Για τη Σούζαν όμως ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Το έβλεπα στα μάτια της καθημερινά. Τη ζήλευε και τη μισούσε με πάθος. Αλλά δεν μπορούσα να της προτείνω κάτι τέτοιο ανοιχτά. Η τύχη όμως μου τα έφερε ευνοϊκά. Όταν η Ελίζα τα έφτιαξε με το ζωγράφο η Σούζαν κατέρρευσε. Δεν μπορούσε να το δεχτεί με τίποτα. Εκεί πάτησα. Της είπα ότι ήξερα τα πάντα για τη γυναίκα μου και το ζωγράφο και της πρότεινα να τους πληρώσουμε με το ίδιο νόμισμα. Δέχτηκε. Όχι και τόσο εύκολα αλλά τελικά δέχτηκε.»
Με το ελεύθερο χέρι του έδειξε προς το κτίριο.
«Αυτή εδώ ήταν η φωλιά μας. Εδώ συναντιόμασταν σχεδόν καθημερινά. Εδώ παίρναμε τη γλυκιά μας εκδίκηση.»
«Και μετά; Την έπιαναν τα χάπια που την πότιζες και ενώ εκείνη κοιμόταν εσύ την συνέδεες στο μηχάνημα και γεννούσες στο μυαλό της ένα δολοφόνο.»
«Κάπως έτσι.»
«Την εκμεταλλεύτηκες, την εξαπάτησες. Της μίλησες για εκδίκηση στο κρεβάτι και όχι για φόνο.»
«Δεν είναι κανένα μωρό. Είναι ενήλικη και μάλιστα πανέξυπνη. Σκέψου ότι στο κόλπο με το μανδύα δεν έχω καμία συμμετοχή. Ούτε που γνώριζα πως υπήρχε τέτοιο μαραφέτι.»
Όση ώρα μιλούσαν ο Στάμος έκανε μικρά βηματάκια προς τα εμπρός και τώρα είχε βρεθεί σχετικά κοντά. Με μια αστραπιαία κίνηση έδωσε μια κλωτσιά στο χέρι του γιατρού και το όπλο πέταξε μακριά. Με μια κουτουλιά ανάγκασε το Σκοτ να πέσει στα γόνατα.
«Καλημέρα κύριοι» είπε η Σούζαν και ξεπρόβαλε πίσω από τα δέντρα με το όπλο του Στάμος στο δεξί της γαντοφορεμένο χέρι.
«Ευτυχώς ήμουν εδώ από νωρίς και δεν έχασα τα καλύτερα. Σκοτ γλυκέ μου είσαι απαίσιος. Μάθε πως την Ελίζα θα τη σκότωνα έτσι κι αλλιώς αλλά αυτό που έκανες ήταν άτιμο και θα το πληρώσεις.»
Ταυτόχρονα με τον πυροβολισμό μια σκούρα βούλα εμφανίστηκε στο μέτωπο του γιατρού και το άψυχο σώμα του έγειρε προς τα εμπρός πέφτοντας τελικά στη λάσπη.
Η Σούζαν μάζεψε το όπλο του γιατρού από το έδαφος.
«Κύριε Στάμος με ξετρυπώσατε τελικά.»
Ο ντετέκτιβ κοίταξε τα καστανά μάτια της γυναίκας απέναντι του και για πρώτη φορά αισθάνθηκε πως ο έλεγχος της κατάστασης ήταν στην άλλη πλευρά.
«Μπορούμε να αποδείξουμε πως ο Σκοτ είναι ο ένοχος για το φόνο της Ελίζας. Όσο για σήμερα θα σε ξεμπλέξω όμορφα. Άσε κάτω το όπλο.»
«Χμμ… Μπορώ άραγε να σας εμπιστευτώ;»
«Θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου, έχεις το λόγο μου.»
«Καταρχάς, σας οφείλω μια μικρή εξήγηση που ο μακαρίτης ο Ντέηβιντ δε μπορούσε να σας δώσει. Εκείνη τη μέρα στο εργαστήριο έκανα πως έφυγα ενώ στην πραγματικότητα κρύφτηκα και περίμενα να βρεθώ μόνη με το μανδύα. Μετά τα πάντα ήταν εύκολα. Τον φόρεσα, πέρασα από την ασφάλεια έκανα ένα μικρούλι έγκλημα και επιστρέφοντας ξαναπέρασα από την ασφάλεια. Περίμενα κρυμμένη μέχρι το πρωί για να ανακατευτώ με τον υπόλοιπο κόσμο αλλά φαίνεται πως κάποιος με πρόσεξε. Κρίμα.»
Ο ντετέκτιβ ξεροκατάπιε προσπαθώντας να βρει κάτι να πει.
«Ξέρεις κάτι Άλαν» είπε η γυναίκα «έχεις αποδείξει ότι είσαι πολύ έξυπνος τύπος. Νομίζω πως δε θα ήταν φρόνιμο να σε αφήσω να ζήσεις.»
Σήκωσε το όπλο του γιατρού και τον σημάδεψε.

Read Full Post »