Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Μα γιατί το τραγούδι να ‘ναι λυπητερό
με μιας θαρρείς κι απ’ την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με ‘πνιξε
φυλάξου για το τέλος θα μου πεις

Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε
από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που το ‘χει δει

Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται
μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Χαράτσι (1984)

Ώρα σου καλή Νικόλα και σε ευχαριστώ!

Advertisements

Τρελή κι αδέσποτη.

Νοιώθω ποια είσαι όταν λες το σ’ αγαπώ
σαν μια βασίλισσα τσιγγάνα που περνάει
και μπαίνει στις καρδιές σαν να ‘τανε μετρό
που φωτισμένο βάζει μπρος και ξεκινάει

Τρελή κι αδέσποτη παρόλη την αγάπη
έτσι σε θέλω κι έτσι είσαι αληθινά
έλα σαν όνειρο στο άδειο μου κρεβάτι
έλα εδώ κάτω στη θλιμμένη μου καρδιά

Κι είσαι εκείνη που αν μαζί της κοιμηθώ
θα ‘χω ξεχάσει ποιος να είμαι και πού πάω
κι αν αφορμή ‘σαι συ ν’ αλλάξω εαυτό
το παρελθόν μου μπρος τα πόδια σου πετάω

Τρελή κι αδέσποτη παρόλη την αγάπη
έτσι σε θέλω κι έτσι είσαι αληθινά
έλα σαν όνειρο στο άδειο μου κρεβάτι
έλα εδώ κάτω στη θλιμμένη μου καρδιά

 

Μανώλης Ρασούλης

Η εκδίκηση της γυφτιάς (1978)

Η ώρα της γης +

Έχεις ποτέ σκεφτεί πως οι μικρές καθημερινές μας συνήθειες είναι αυτές που σμιλεύουν το μέλλον;  Δεν μου αρέσει ο κόσμος μέσα στον οποίο ζω και προσπαθώ να τον αλλάξω! Ελπίζω να μην αρέσει και σε πολλούς άλλους…

 

Όπως ξυπνούν οι εραστές

Γονάτισα και ζήτησα απ’ τα θλιμμένα σύννεφα
να λάμψουν, να ξεσπάσουν με βροχές,
κι όλη τη νύχτα γίναμε σκυλάκια και ξεδίναμε
και γλείφαμε ο ένας τ’ άλλου τις πληγές

Μεθούσαμε και πίναμε απ’ τα φιλιά που δίναμε
και σβήναν μία μία οι φωτιές,
και το πρωί ξυπνήσαμε απ’ όνειρο που ζήσαμε
έτσι γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές

Σηκώθηκα και ήσυχα στα δέντρα προσευχήθηκα
ν’ αντέχουμε στις πιο βαθιές χαρές,
κι όλη τη νύχτα αφρίζαμε, ποτάμια που γυρίζαμε
ψηλά στις αρχικές μας τις πηγές

Ανάβαμε και σβήναμε και πάλι ξαναρχίζαμε
και γίναν μια των δυο μας οι καρδιές,
και το πρωί ξυπνήσαμε απ’ όνειρο που ζήσαμε
έτσι γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές

 

Γιάννης Αγγελάκας Νίκος Βελιώτης

Πότε θα φτάσουμε ΕΔΩ   (2007)

 

Το παρακάτω άρθρο το διάβασα σήμερα στην Καθημερινή. Νομίζω πως αξίζει μια αναδημοσίευση:
Δεν χάθηκε ο κόσμος

Tου Παντελη Μπουκαλα

Εξι και είκοσι γράφει το ταξίμετρο. Δίνω εξίμισι και πάω να κατέβω. «Την απόδειξή σας», με προλαβαίνει ο ταξιτζής. «Και το πενηντάλεπτό σας» συνεχίζει. «Ποιο πενηντάλεπτο; Εξι και είκοσι έγραψε, σου χρωστάω». «Ελα ρε αδερφέ. Δε χάθηκε ο κόσμος για είκοσι λεπτά και για τριάντα». Κατεβαίνω και νιώθω να ξηλώνονται μέσα μου τα στερεότυπα που μαζικά ανακυκλώνουμε για τους ταξιτζήδες. Ναι, υποθέτω τον αντίλογο, «εξαίρεση ήταν, ο κανόνας είναι άλλος». Αλλά μετράω πια όλο και περισσότερες τις εξαιρέσεις και λέω πως κανένας κανόνας δεν είναι από μπετό και σίδερο, ούτε καν της γραμματικής (ή της αγοράς, χα) και κάποια στιγμή μπορεί να ραγίσει.

Στο περίπτερο τώρα. Στους Αμπελόκηπους. Δεν έχω ξαναγοράσει κάτι από κει. Παίρνω ένα μπουκαλάκι νερό, ζητάω την «Καθημερινή», δίνω ενάμισι ευρώ, «την απόδειξή σας» μου λέει ο περιπτεράς. Ανεβαίνω στην κλινική, «πού είναι η εφημερίδα;» με ρωτούν. «Ελα ντε» απαντώ, διαισθανόμενος ότι μέτρησα μηχανικά την απροσδόκητη παράδοση της απόδειξης σαν παράδοση της εφημερίδας. «Ισως έπεσε στο παγκάκι που κάθισα για τσιγάρο». Στο εικοσάλεπτο γυρνάω στο περίπτερο να ξαναγοράσω την εφημερίδα. Ρωτάω, «μήπως θυμάστε αν πήρα ή δεν πήρα την εφημερίδα;» «Πού να θυμάμαι, αδερφέ. Αλλά τι σημασία έχει. Πάρε άλλη». Δίνω ένα δίευρο αλλά μου το επιστρέφει: «Αφού την πλήρωσες την πρώτη φορά». «Ναι αλλά μπορεί να την πήρα και να μου ‘πεσε». «Ελα μωρέ, δεν χάθηκε ο κόσμος για ένα ευρώ». «Στρίψε το δίευρο» επιμένω, «κι όπου κάτσει». «Στρίψ’ το εσύ» λέει γελώντας. Φεύγω και νιώθω μέσα μου να πέφτουν κι άλλα στερεότυπα, για τους «φραγκοφονιάδες Ελληνες» και τα τοιαύτα.

Στο καφενεδάκι. Εξω βέβαια, μια και το επιτρέπει η λιακαδίτσα και το επιβάλλει η ελευθερωτική δουλεία του καπνίσματος. Στο διπλανό τραπέζι, δυο μεσόκοποι καπνιστές (μέσα πεντέξι χαρτοπαίζουν δίχως να καπνίζουν) ψευτοτσακώνονται για τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Πληρώνει τους καφέδες ο ένας, ο καφετζής πάει να του επιστρέψει τα παραπανίσια. «Σώπα ρε, δεν θα κόψουμε τώρα και το μπουρμπουάρ επειδή πέσαμε στα δύσκολα» του λέει ο πελάτης, τακτικός καθώς φαίνεται. «Δεν χάθηκε ο κόσμος για λίγα ψιλά». Ανάβω κι άλλο τσιγάρο, καιρό είχα να το νιώσω τόσο γλυκό.

Το μάτι μου παίρνει έναν τριαντάρη με χαρακτηριστικά της Απω Ανατολής να βγαίνει από το κοντινό σούπερ μάρκετ. Εχει ένα μωρό στην αγκαλιά και στο άλλο χέρι τα ψώνια. Ακουμπάει τη σακούλα και βγάζει από την τσέπη τα ψιλά του. «Στριμώγματα» σκέφτομαι, νομίζοντας πως τα μετράει. Οχι. Διαλέγει ένα κέρμα και το δίνει στη γερόντισσα που έχει απλωμένο χέρι επαιτείας και το κεφάλι σκυμμένο, να μη φαίνονται τα μάτια της. Δεν χάθηκε ο κόσμος, επαναλαμβάνω σιωπηρά αυτό που άκουσα μια, δυο, τρεις φορές, ούτε στημένο να ‘ταν. Και κρύβω κι εγώ τα μάτια μου. Για άλλους λόγους.

Η παρουσίαση ενός πολύ σημαντικού βιβλίου για το ελληνικό φανταστικό θα γίνει στο βιβλιοπωλείο Πατάκη την Πέμπτη 17-2-2011. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της  σειράς φανταστικής λογοτεχνίας “Οι Γιοι της Σταχτης” του Λευτέρη Κεραμίδα.

Αντιγράφω την πρόσκληση από τον Πατάκη:

Oι Εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν
την Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011 στις 07:00 μ.μ.
στο Βιβλιoπωλείο Πατάκη
(Ακαδημίας 65, Αθήνα)

στην παρουσίαση των βιβλίων:
Κοράκι σε άλικο φόντο
του Ελευθέριου Κεραμίδα
και
Το  δίχτυ του ουρανού
από τη σειρά Μύθοι των Οτόρι της Λίαν Χερν

Για τα βιβλία θα μιλήσουν οι:
Μαρία Τοπάλη
ποιήτρια
Μάκης Πανώριος
συγγραφέας – ηθοποιός
Ελευθέριος Κεραμίδας
συγγραφέας

προβολή φωτογραφιών Αντώνης Τσούλος

 

 

Τώρα που γρήγορα νυχτώνει
σαν παραμύθι θα στο πω
ό,τι αγαπάς δεν τελειώνει
κι εγώ ακόμα σ’αγαπώ

Τώρα που γρήγορα βραδιάζει
σαν τραγουδάκι θα στο πω
ό,τι θυμάσαι δεν βουλιάζει
μη με ξεχνάς που σ’αγαπώ

Είναι πολλά που δεν τα ξέρεις
κι ήθελα τόσο να στα πω
όμως δεν θέλω να υποφέρεις
γιατί ακόμα σ’αγαπώ

Στίχοι: Θοδωρής Παυλάκος   Μουσική: Μιλτιάδης Πασχαλίδης

Έχουν περάσει χρόνοι δέκα (2005)