Η πόρτα άνοιξε και ο κρύος αέρας που μπήκε έριξε μια γρήγορη ματιά στο χώρο κάνοντας το κουλουριασμένο γεροντάκι να τυλιχτεί πιο πολύ με τις κουβέρτες του. Λίγο πριν το κλείσιμο της πόρτας μια σκιά γλίστρησε μες το δωμάτιο κάνοντας το κρύο, παγωνιά. Το γεροντάκι αντιλήφθηκε την παράξενη παρουσία και ανασηκώθηκε. Στο λιγοστό φως του φεγγαριού που έμπαινε από το παράθυρο τα πάντα έδειχναν φυσιολογικά. Τα πάντα εκτός από την απέναντι γωνία. Εκεί το σκοτάδι είχε πυκνώσει. Έτριψε τα μάτια του και προσπάθησε να εστιάσει καλύτερα. Μια σκοτεινή μορφή άρχισε σιγά, σιγά να κάνει την εμφάνισή της απέναντι του. Γύρισε προς το κομοδίνο ψάχνοντας το διακόπτη του λαμπατέρ.
«Θα προτιμούσα να μην ανάψεις το φως» είπε μια παγωμένη φωνή. Οι λέξεις απέκτησαν οντότητα και αφού για μια και μόνο στιγμή αιωρήθηκαν στον αέρα, έπεσαν στο χαλί σπάζοντας σε χιλιάδες μικρά κρυσταλλάκια ρίχνοντας έτσι χαμηλότερα τη θερμοκρασία στο χώρο.
«Ποιος είσαι;» ρώτησε το γεροντάκι προσπαθώντας να δει καλύτερα μες το μισοσκόταδο.
«Είμαι αυτός που περιμένεις τόσο καιρό» αποκρίθηκε ο άγνωστος.
Ο γέροντας ζάρωσε πάνω στο στρώμα του. Η μορφή απέναντι του έκανε ένα βήμα εμπρός και άρχισε να διαγράφεται καθαρότερα κάτω από το ασημένιο φως του φεγγαριού. Ο ξένος ήταν ψηλός. Μια μακριά σκούρα κάπα σκέπαζε όλο του το σώμα ενώ μια μυτερή κουκούλα έριχνε τη σκιά της σε ένα απόκοσμο πρόσωπο χωρίς μάτια, μύτη, φρύδια. Ούτε καν στόμα δεν υπήρχε πάνω σε εκείνο το κενό χλωμό πρόσωπο.
«Ήρθες τελικά!» ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια να μείνει ήρεμος.
«Τελικά !!!» επανέλαβε ο ξένος. «Πίστεψες ότι υπήρχε περίπτωση να μην έρθω;»
Ο γέρος τράβηξε λίγο πιο ψηλά τα σκεπάσματα, λες και θα μπορούσαν οι κουβέρτες να τον προστατέψουν.
«Δεν είναι αυτό που πίστεψα… όχι, σίγουρα δεν πίστεψα κάτι τέτοιο. Απλά, όσο πιο πολύ περιμένεις τόσο πιο μεγάλο το παιχνίδι που παίζει το μυαλό σου».
«Χαλάρωσε φίλε μου. Ελπίζω να μην σε ενοχλεί που σε αποκαλώ έτσι.»
«Όχι δεν με ενοχλεί αυτό».
«Τότε τι σε ενοχλεί;»
«Τώρα πώς να σου πω χωρίς σε προσβάλω;»
«Ω!!! δεν πιστεύω να εννοείς ότι σε ενοχλεί η παρουσία μου; Αφού και οι δυο μας ξέρουμε ότι με περίμενες». Έκανε το πλάσμα.
«Ναι δε λέω, σε περίμενα. Αλλά άλλο είναι να το σκέφτεσαι και άλλο να το ζεις».
«Μη στεναχωριέσαι γι αυτό. Αν θες μπορείς να μην το ζήσεις άλλο».
«Στάσου!!!» φώναξε ο γέρος «Ας το ζήσω λίγο ακόμα. Δεν με πειράζει και τόσο».
«Εντάξει» είπε ο μυστηριώδης ξένος και στράφηκε προς το παράθυρο. «Δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Στο κάτω-κάτω έχουμε ακόμη λίγο χρόνο».
«Ωραία. Μπορώ να σου κάνω κάποιες ερωτήσεις που θέλω;» ρώτησε ο γέροντας παίρνοντας θάρρος.
«Τι θες να μάθεις;» αποκρίθηκε το πλάσμα.
«Κατ αρχάς, ποιο είναι το όνομα σου;»
«Δεν έχω όνομα».
«Δε μπορεί, όλοι έχουν ένα όνομα».
«Ξεχνάς κάτι βασικό. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα όνομα. Εγώ δεν είμαι άνθρωπος. Αλλά και πάλι αν επιθυμείς να με αποκαλείς κάπως δεν με πειράζει. Διάλεξε ένα από αυτά με τα οποία εσείς με αποκαλείτε».
«Εντάξει. Ποιο σου αρέσει περισσότερο;»
«Κανένα».
Η απάντηση ήταν κοφτή και παγωμένη. Τόσο που ο γέρος ξαναθυμήθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης και τράβηξε τις κουβέρτες μέχρι τη μύτη του. Κοίταξε τον ξένο που αφουγκραζόταν τώρα τους θορύβους της νύχτας και αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να μάθει κάποια πράγματα που τον βασάνιζαν εδώ και χρόνια.
«Συγνώμη, που γίνομαι λίγο αδιάκριτος αλλά θέλω να ρωτήσω κάτι ακόμα» ο γέροντας ξεροκατάπιε και συνέχισε. «Εγώ τώρα τι θα απογίνω; Θα χαθώ;»
«Εσύ τι πιστεύεις;» έκανε η σκοτεινή παρουσία γέρνοντας εμπρός με φανερό ενδιαφέρον.
«Δεν είμαι σίγουρος. Πολλοί λένε πως γίνεσαι ορυκτό, πέτρα, φυτό, ζώο, πεταλούδα, μαμούνι. Άλλοι λένε πως το πνεύμα σου αναπαύεται κοντά στον δημιουργό. Άλλοι πάλι μιλούν για πιλάφια και διάφορα τέτοια ωραία πράγματα».
«Α μόνο τέτοια, σχετικά όμορφα έχεις ακούσει. Τότε γιατί θες να ζήσεις περισσότερο;»
«Επειδή έχω ακούσει και άλλους να λένε για φωτιές που καίνε αιώνια και πολλά άλλα τέτοια που ούτε να τα σκέφτομαι δε θέλω» είπε το γεροντάκι και ανακάθισε στο στρώμα του.
«Εσύ τι θα προτιμούσες;» τον ρώτησε ο ξένος παίζοντας αδιάφορα με το μανίκι του.
«Τα πιλάφια ίσως και τα ουρί». Απάντησε ο γέροντας και μια μικρή σπίθα ελπίδας άναψε ξαφνικά μέσα του.
«Ναι βέβαια τα ουρί. Αναρωτιέμαι πώς να είναι άραγε» έκανε το πλάσμα σκεπτικό.
Πέρασαν μερικές στιγμές χωρίς να μιλήσει κανένας από τους δύο. Η αγωνία του γέροντα είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Κάποιος τρόπος θα υπήρχε δε μπορεί. Έπρεπε να τα παίξει όλα για όλα μήπως και τη γλιτώσει.
«Δεν θέλω να πεθάνω. Είναι άδικο. Είμαι ένας φτωχός γέρος που δεν έχει βλάψει ποτέ κανένα» κλαψούρισε.
Το πλάσμα στράφηκε προς το μέρος του και ψιθύρισε.
«Δεν έχει και τόση σημασία τώρα πια. Η προκαθορισμένη ώρα ήρθε και αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει» και υψώνοντας τη φωνή «Γιατί παρακαλώ είναι άδικο; Το ξέρεις ότι κοντεύεις τα ενενήντα πέντε; Έχεις γνωρίσει τα πάντα. Πολέμους, φτώχια, πόνο, αγάπη, χαρά, πλούτο. Τι άλλο θες να δεις;»
«Ναι βέβαια, δε λέω αλλά να… η ζωή είναι γλυκιά. Υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να σηκωθείς το πρωί, να βγεις στο δρόμο να πεις μια καλημέρα στον ήλιο, εκείνος να σου γνέψει από ψηλά και να σε ζεστάνει με τις ακτίνες του; Να κάνεις μια μεγάλη βόλτα στο δάσος και να μυρίσεις τις χίλιες δυο ευωδιές των λουλουδιών; Και μετά φτάνοντας στην ακροθαλασσιά να αγναντέψεις και να χαζέψεις τα ψαροπούλια που βουτάνε στο νερό; Υπάρχει κάτι καλύτερο από…»
«Καλά καλά» τον διέκοψε ο άλλος. «Κατάλαβα, σου αρέσουν όλα αυτά τα απλά μικρά πράγματα που αρέσουν σε πολλούς από εσάς. Ωχ τα έχω βαρεθεί όλα αυτά και εκείνη η προαγωγή αργεί».
«Πώς;»
«Τίποτα, κάτι υπηρεσιακό. Δεν σε αφορά. Αλλά για πες μου, αυτό είναι που πραγματικά επιθυμείς;» ρώτησε το πλάσμα.
«Για τα πιλάφια λες;»
«Όχι βέβαια !!! Για τον ήλιο και τη θάλασσα.»
«Αχ ναι. Και τι δε θα ‘δινα για να παραμείνω στη ζωή» είπε ο γέρος.
Το πλάσμα πετάχτηκε ξαφνιασμένο και πλησίασε πιο κοντά με φανερό ενδιαφέρον.
«Τι θα έδινες δηλαδή;» ρώτησε.
Σε ‘πιασα, χαμογέλασε μέσα του ο γέρος. «Ότι έχω και δεν έχω. Ακίνητα, χρήματα, μετοχές, πνευματικά δικαιώματα τα πάντα.»
Το πλάσμα έμεινε για λίγο στραμμένο προς το μέρος του γέρου και μετά γυρνώντας προς το παράθυρο έβγαλε το πιο παγωμένο, το πιο απόκοσμο γέλιο που έχει ακούσει ποτέ ανθρώπου αυτί.
Ο γέροντας τα ‘χάσε. Ένα κρύο ρεύμα αέρα τρύπωσε μέσα από το γιακά της πιτζάμας του και σύρθηκε μέχρι τη βάση της σπονδυλικής του στήλης, κάνοντας τον να ριγήσει και να κουκουλωθεί με τα σκεπάσματα του. Η μικρή σπίθα ελπίδας που είχε ανάψει μέσα του τρεμόπαιξε για λίγο και έσβησε αφήνοντας πίσω της παγωνιά και αποκαΐδια. Η υπομονή του είχε εξαντληθεί. Ξαφνικά το μόνο που ήθελε ήταν το τέλος. Δεν είχε άλλο κουράγιο και έτσι αποφάσισε να παραδοθεί.
«Γιατί παίζεις μαζί μου;» ρώτησε αδύναμα. «Τι θέλεις από μένα;»
Το πλάσμα βημάτισε αργά και αποκρίθηκε.
«Δεν θέλω τίποτα. Ή μάλλον πιο σωστά, δεν έχεις να μου δώσεις κάτι που να χρειάζομαι και να μην μπορώ να το πάρω μόνος μου. Όσο για τα χρήματα σου κράτησε τα σφιχτά και γλυκοφίλησε τα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσοι άνθρωποι πριν από ‘σένα προσπάθησαν να κάνουν τούτο το παζάρι. Άνθρωποι πλούσιοι και ισχυροί σε αυτή τη ζωή. Πόσο ανόητος πρέπει να είναι κάποιος για να πιστεύει ότι το χρήμα θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμο αυτή την ώρα.»
Το φως μες το δωμάτιο είχε αυξηθεί. Ο ξένος σταμάτησε να βηματίζει και στράφηκε προς το παράθυρο. Η νύχτα είχε κυλήσει γρήγορα και αθόρυβα και έδινε τώρα τη θέση της στο πρώτο γλυκό φως της αυγής.
«Άργησα, πρέπει τώρα να φύγω» μονολόγησε. Με ένα γνέψιμο άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε εμφανιστεί.
Ο γέρος απόμεινε μόνος.
Τώρα τι γίνεται; Σκέφτηκε. Καμία απάντηση δεν σχηματίστηκε στο μυαλό του. Έμεινε έτσι για πολύ ώρα ακίνητος, κουλουριασμένος πάνω στο στρώμα του, περιμένοντας. Αλλά τίποτα δεν έγινε. Άρχισε να σκέφτεται περίεργα πράγματα. Στην αρχή προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι είδε έναν εφιάλτη. Πολλούς μήνες τώρα έφερνε το θάνατο στο νου του και έτσι ήταν πολύ φυσικό να δει ένα τέτοιο κακό όνειρο.
«Χα αυτό είναι» φώναξε και δίνοντας μια στα σκεπάσματα σηκώθηκε από το κρεβάτι χαρούμενος. Όμως η απόκοσμη παγωνιά που κυριαρχούσε στο δωμάτιο τον επανέφερε στην τάξη. Όχι η συνάντηση είχε συμβεί στην πραγματικότητα. Κάτι μέσα του το φώναζε δυνατά. Γιατί όμως ήταν ακόμη ζωντανός;
«Λες να τα κατάφερα και να με λυπήθηκε;» ψιθύρισε. «Όμως πώς; Γιατί;»
Μπερδεμένος βρέθηκε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει αρκετά ψηλά και η πόλη είχε ξυπνήσει. Άνθρωποι περπατούσαν παντού και τα παιδιά έπαιζαν ανάμεσα στα δέντρα στο απέναντι άλσος. Ήταν μια υπέροχη ημέρα. Χωρίς να χάσει άλλο πολύτιμο χρόνο ντύθηκε και βγήκε στο δρόμο. Κοίταξε τον ήλιο και του χαμογέλασε. Για μια στιγμή του φάνηκε πως του χαμογέλασε κι εκείνος αλλά αμέσως φταρνίστηκε και γύρισε αλλού το βλέμμα. Πέρασε απέναντι και μπήκε στο άλσος. Ένιωθε υπέροχα. Οι ζεστές ακτίνες έπεφταν πάνω του και του έδιωχναν μακριά κάθε πόνο και κούραση. Σήκωσε τα χέρια στον ουρανό.
«Υπέροχη μέρα, υπέροχος ήλιος, υπέροχη ζωή».
Μια παρέα παιδιών που έκαναν σκέητμπορντ τον κοίταξαν και έβαλαν τα γέλια. Δεν τον πείραξε. Τους χαμογέλασε και άρχισε να κατηφορίζει γρήγορα προς τη θάλασσα. Τα λουλούδια τριγύρω άφηναν τις ευωδιές τους στον αέρα κι εκείνος τις έβαζε σε μια τάξη και τις ταξίδευε προς την ανατολή. Ο γέρος κατηφόριζε τραγουδώντας δυνατά παλιούς σκοπούς και τραγούδια που πίστευε πως τα είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια. Αισθανόταν τόσο καλά που του ερχόταν να τρέξει. Έφτασε στο παγκάκι κάτω από το μεγάλο πεύκο πολύ πιο γρήγορα από άλλες φορές. Κάποιος ήταν εκεί. Καθόταν στο παγκάκι κι αγνάντευε μια θάλασσα γαλήνια και πιο λαμπερή από ποτέ. Κάποιος καθόταν στο παγκάκι του. Στο δικό του παγκάκι κάτω από το μεγάλο πεύκο. Η διάθεση του άρχισε να αλλάζει. Όμως ξαφνικά χαμογέλασε και αποφάσισε ότι κανείς και τίποτα δεν θα του χαλούσε αυτή την υπέροχη μέρα. Κάποιος καθόταν στο παγκάκι αλλά υπήρχε αρκετός χώρος για να κάτσει και κάποιος άλλος, έτσι πλησίασε και κάθισε στην ελεύθερη άκρη. Κοίταξε τη θάλασσα. Υπέροχη. Τράβηξε μια βαθιά ανάσα και αναστέναξε.
«Ήρθες επιτέλους» άκουσε μια γνώριμη φωνή να του λέει.
Γύρισε ξαφνιασμένος και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν ήταν δυνατόν.
«Τι με κοιτάς σαν χάνος» του είπε ο άλλος. «Άργησες πολύ. Βαρέθηκα να περιμένω.»
«Μπάμπη…» ψέλλισε ο γέρος σαν να έβλεπε φάντασμα.
«Κάνε τουλάχιστον πως χάρηκες που με είδες κι ας είναι και ψέματα».
«Καλά πώς… θέλω να πω… να… αφού εσύ πέθανες. Ήρθα και στην κηδεία σου. Πάνε τώρα πέντε χρόνια.»
«Πέντε ε!!! Θα έβαζα στοίχημα πως ήταν περισσότερα. Περνάει τόσο αργά ο καιρός όταν δεν έχεις παρέα. Αλλά τώρα…» σταμάτησε τη φράση στη μέση, ακούμπησε με δύναμη ένα τάβλι πάνω στο παγκάκι και το άνοιξε. Έστησε τα πούλια και πέταξε τα ζάρια. «Εξάρες» φώναξε γελώντας και άρχισε να κοπανάει τα πούλια με λαχτάρα.
«Ρε Μπάμπη τι συμβαίνει εδώ;» είπε ο γέρος.
«Έλα παίξε».
«Εσύ έχεις πεθάνει».
«Πώς; Α ναι, καλά, καλά» είπε ο Μπάμπης και του έκανε νόημα να παίξει.
«Για στάσου ρε Μπάμπη μια στιγμή».
«Ωχ μωρ’ αδερφάκι μου μια ζωή σπασίκλας ήσουνα. Παίξε που να πάρει ο διάολ..… χμ. Εντάξει. Θέλεις κάποιες εξηγήσεις κι εγώ θέλω να παίξω τάβλι. Υπάρχει όμως μια λύση. Θα αρχίσεις να παίζεις μαζί μου κι εγώ θα σου εξηγώ».
Ο γέρος το σκέφτηκε για λίγο και το βρήκε σωστό. Πήρε τα ζάρια και τα έριξε.
«Ασσόδυο» φώναξε ο Μπάμπης και έβαλε τα γέλια.
«Για πες μου τώρα τι συμβαίνει εδώ;»
«Τι θες να συμβαίνει; Έχω πέντε χρόνια να δω τον κολλητό μου και μου έχουν λείψει οι παρτίδες μας».
«Έλα μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις».
Ο Μπάμπης πήρε το σοβαρό του ύφος, τον κοίταξε βαθιά μες τα μάτια και του είπε.
«Εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Κάτσε λίγο και σκέψου. Γιατί σήμερα ο ήλιος είναι τόσο γλυκός που σου έρχεται να τον φας με το κουταλάκι; Γιατί βλέπεις παιδιά και τους χαμογελάς σαν να είναι αγγελούδια ενώ μέχρι χθες παρακαλούσες να βρεις τη δύναμη να τα στραγγαλίσεις; Πώς γίνεται να τρέχεις σαν το ελαφάκι ενώ μέχρι χθες είχες γίνει σαν οχτάρι από τα αρθριτικά και τους πόνους; Τι άλλαξε και άφησες έναν άλλον να κάτσει στο δικό σου παγκάκι ενώ 24 ώρες πριν είχες γκρινιάξει σε εκείνη την κοπέλα με το μωρό τόσο πολύ που σου είπε «βρε δεν πας σε καμιά γωνιά να ψοφήσεις, παλιόγερε». Γιατί αρνείσαι να πιστέψεις αυτό που ήδη έχεις καταλάβει;»
Ο γέρος έσκυψε το κεφάλι και δε μίλησε. Μόνο έπαιξε τη ζαριά του.
«Είχες επισκέψεις το βράδυ, έτσι δεν είναι;»
«Ναι».
«Και σε ρώτησε τι είναι αυτό που πραγματικά επιθυμείς». Είπε ο Μπάμπης και έπαιξε.
«Ναι».
«Και συ του είπες κάτι σαν αυτό που ζεις τώρα».
«Περίπου. Βασικά όχι του είπα ότι θέλω να το ζήσω αυτό.»
«Αυτό δεν είπα και ‘γω; Του είπες ότι θέλεις να ζήσεις αυτό που ζεις τώρα».
«Έστω, αλλά εννοούσα ότι θέλω να το ζήσω στην πραγματικότητα».
«Τι είναι αυτό που σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτή εδώ δεν είναι η πραγματικότητα;»
«Εσύ. Έχεις πεθάνει το ξέχασες;»
«Όχι φίλε μου δεν πέθανα. Ή τουλάχιστον δεν έπαθα αυτό που εννοείς.»
«Και τότε τι έπαθες;»
«Πέρασα. Ακριβώς όπως πέρασες και συ». Παίξε τώρα.
Ο γέρος έπαιξε και κοίταξε τη θάλασσα αναστενάζοντας.
«Καλά γιατί όμως μας συνέβη αυτό;»
«Μα είναι φυσιολογικό σε όλους συμβαίνει. Σε άλλους πιο νωρίς, σε άλλους αργότερα και σε σένα πολύ αργότερα.»
Ο γέρος τον κοίταξε δυσανασχετώντας.
«Δεν λέω αυτό ρε κεφάλα. Γιατί να μας περάσει εκεί που επιλέξαμε;»
«Αυτό δεν το ξέρω. Ίσως να ολοκληρώσαμε με επιτυχία την πρώτη φάση. Εξάρες!!!» φώναξε ο Μπάμπης και πήγε να παίξει.
Ο γέρος έπιασε το τάβλι με τα δυο του χέρια και το έκλεισε με δύναμη νευριασμένος. «Πάντα τέτοιος Κωλόφαρδος ήσουνα !!!» φώναξε.
«Εγώ; Εσύ είσαι που δεν έμαθες ποτέ να χάνεις, βρομόγερε !!!»
ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ