Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

The Doors – People are strange

People are strange when you’re a stranger
Faces look ugly when you’re alone
Women seem wicked when you’re unwanted
Streets are uneven when you’re down

When you’re strange
Faces come out of the rain
When you’re strange
No one remembers your name
When you’re strange
When you’re strange
When you’re strange

Strange Days 1967

Ευτυχές το νέον έτος!

Κάθε φορά που φτάνει η αλλαγή του χρόνου κάνω μια βιαστική ανασκόπηση της χρονιάς που φεύγει. Όχι ακριβώς όπως γίνεται στα κανάλια μα… την κάνω. Εικόνες πάνε κι έρχονται μες το μυαλό. Πρόσωπα, σκέψεις, όνειρα, επιθυμίες, γεγονότα.

Κι όταν έρχεται το μαγικό εκείνο δευτερόλεπτο που τα φώτα σβήνουν, όταν το πλήθος έχει ξεχυθεί στους δρόμους και είναι έτοιμο να ουρλιάξει από ενθουσιασμό - επειδή φεύγει επιτέλους η χρονιά που το ίδιο πλήθος υποδέχτηκε με αλαλαγμούς πριν τριακόσιες τόσες μέρες - τότε είναι για μένα η στιγμή της αλήθειας. Μιας αλήθειας που φωνάζει πληγωμένη από την ίδια της την ύπαρξη. Μιας ξεδοντιάρας γριάς αλήθειας που μου φτύνει στο πρόσωπο μια μια τις συλλαβές: “Είσαι μόνος!”.

Ξεκομμένος από κάθε άλλον άνθρωπο στο υπέροχο αυτό βασίλειο. Ο μόνος που βλέπει στην ανατολή της νέας χρονιάς τα χάσματα να βαθαίνουν, τις δυσκολίες να μεγαλώνουν, το δρόμο να είναι στρωμένος με αγκάθια.  Περισσότερα και πιο μυτερά. Ο μόνος που δεν γουστάρει αυτή τη “γιορτή”. Ο μόνος που ποτέ δεν τη γούσταρε και που δεν ελπίζει πως ο νέος χρόνος θα κουβαλάει ένα σακί γεμάτο καλούδια.

Τα φώτα όμως γρήγορα ανάβουν, το πλήθος δεν κρατιέται με τίποτα και πρόσωπα γνώριμα με σφίγγουν κι εύχονται “Καλή Χρονιά”.

Κοιτάζω μουδιασμένος γύρω μου και χαμογελώ μηχανικά γιατί…

Όχι δεν περιμένω κάτι καλύτερο από το νέο έτος. Ούτε καν κάτι παρόμοιο με το περασμένο. Κανείς όμως δεν μπορεί να επέμβει και κανείς δεν θέλει να κοιτάξει τη γριά κατάματα.

Έτσι, το μόνο που μου απομένει είναι να ευχηθώ ο νέος χρόνος να μην είναι κατά πολύ χειρότερος του προκατόχου του και να βουτήξω για άλλη μια φορά στα βαθιά!

Πολλά φιλιά και… κουράγιο!

Βαρέα και ανθυγιεινά

«Όχι γλυκιά μου δε θ’ αργήσω» είπε ο Τάκης.

«Ναι, όλο αυτό μου λες και κάθε βράδυ κοιμάμαι μόνη μου» νιαούρισε η Κούλα. Πάντα απ’ το τηλέφωνο ακουγόταν τόσο γλυκιά και παραπονιάρα που ο Τάκης αισθανόταν τύψεις που έμενε μακριά της τόσες ώρες αλλά…“πάνω απ’ όλα η υπηρεσία” όπως τόνιζε συχνά πυκνά ο Δεληγιάννης.

«Έλα τώρα μωράκι μου, κάνε υπομονή. Ξέρεις πόσο πολύ μου λείπεις αλλά δεν μπορώ να παρατήσω τη δουλειά στη μέση. Αύριο θα με τσακίσει στη βαθμολογία και θα μου κόψει το μεροκάματο ο παλιό-καραγκιόζης.»

«Καλά και που θα το μάθει.»

«Αφού ξέρεις ότι κάθε πρωί ο κεντρικός του βγάζει λίστα παραγωγής ανά κεφάλι. Άμα δει ότι σταμάτησα να ελέγχω πριν κλείσω τη βάρδια θα με γδάρει. Δε θυμάσαι τι έγινε την περασμένη βδομάδα με τον Περικλή;» είπε χαμηλώνοντας αρκετά τη φωνή του ώστε να μην τον ακούσουν οι υπόλοιποι της ομάδας.

«Αυτόν που του έκοψε δυο μεροκάματα για μια ώρα τεμπελιάς;»

«Ναι, γεια σου! Και τι έκανε την άλλη μέρα ο μαλάκας ο Περικλής;»

«Τα τίναξε.»

«Ναι… αλλά πώς τα τίναξε καρδούλα μου; Έκατσε πέντε ώρες υπερωρία για να καλύψει τη χασούρα και θόλωσε. Κανείς ποτέ δεν αντέχει για δεκατρείς συνεχόμενες ώρες να ελέγχει το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του προέδρου χωρίς να κάνει λάθος! Το έκανε και μαζεύαμε το κεφάλι του με το κουταλάκι.»

«Εσύ μωρό μου είσαι γάτος!» του ψιθύρισε η Κούλα. «Δεν υπάρχει περίπτωση να ανοίξεις εσύ η-μέηλ βόμβα»

«Αν δεν κλείσουμε σύντομα είναι πολύ πιθανό να το πάθω και να μου σκάσει η οθόνη στη μούρη.» Και αλλάζοντας τόνο «Περίμενε λίγο… ρε φίλε πιάσε μου ένα τσιγάρο γιατί ξέμεινα»

«Μήτσος…πιάσε» απάντησε ο συνάδερφος που καθόταν στα δεξιά και του έσπρωξε ένα μισογεμάτο πακέτο.

«Εντάξει ρε Μήτσο χθες ήρθες που θες να σε θυμάμαι! Κάθε τρεις και λίγο όλη η ομάδα ανανεώνεται. Τι διάολο αναλώσιμοι είστε ή χαζοί; Ή και τα δυο;» έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα και το άναψε χαμογελώντας με το αστείο του.

«Μα καλά εσύ δεν τους μαθαίνεις τη δουλειά;» είπε η Κούλα από την άλλη μεριά της γραμμής. «Πώς γίνεται και δεν στεριώνει κανείς τους;»

«Τους τη δείχνω όσο μπορώ. Πού αγγίζουμε, τι ελέγχουμε πριν ανοίξουμε ένα η-μέηλ, πόσο μακριά κρατάμε το πρόσωπό μας από την οθόνη…αλλά είναι στραβάδια δεν καταλαβαίνουν και το κυριότερο δεν έχουν υπομονή. Βιάζονται. Λες και τους είπε κανείς πως άμα φιλτράρουν δέκα η-μέηλ περισσότερα στη βάρδια θα γίνουν προϊστάμενοι. Εδώ εγώ έχω πέντε χρόνια στάσιμος σ’ αυτή την κωλοθέση και…»

Μπααααμ!

«…Να σου γαμήσω!»

«ΤΙ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ;» ούρλιαξε η Κούλα.

«Έσκασε ο Μήτσος. Φτου γαμώτο… μου ‘ρθαν όλα τα ζουμιά πάνω μου!» είπε αηδιασμένος ο Τάκης. «Πάει το καινούριο πουκάμισο!»

«Μη σε νοιάζει, θα στο πλύνω με την καινούρια μου σκόνη. Διαλύει τους δύσκολους λεκέδες στο λεπτό. Απλά φύγε από κει μωράκι μου γιατί τώρα θα βρωμάει πολύ ε;»

«Τώρα… θα φύγω, έτσι κι αλλιώς θα σκάσει μύτη και το συνεργείο καθαρισμού. Είναι αυτοί κάτι μαλάκες… δε θέλουν κανένα στα πόδια τους. Μια στιγμή κλείνω και… εντάξει έτοιμος, φεύγουμε μάγκες!»

«Κρίμα ρε παιδί μου.» ψιθύρισε η Κούλα «Όμως δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται συνέχεια, αφού τους τα δείχνεις όλα…»

«Ε όχι και όλα!» μουρμούρισε ο Τάκης βάζοντας το πακέτο στην τσέπη του. «Πέντε χρόνια τώρα περιμένω τη συνταξιοδότηση του Δεληγιάννη. Θέλεις να μου φάει τη θέση κανένας άλλος; Τόσα χρόνια στο δημόσιο λες να μην ξέρω;»

Γκρίζος, φορτωμένος βροχή ο ουρανός του Οκτώβρη κρεμόταν αναποφάσιστος πάνω απ’ το κεφάλι του. Που και που ο κρότος μιας μακρινής βροντής προμήνυε το ξέσπασμα που είχε υποσχεθεί το δελτίο καιρού της προηγούμενης νύχτας.

Ο Μάρκος χώθηκε στην πιλοτή απέναντι από το μεγάλο κτίριο και ακούμπησε τη ράχη του σε μια τσιμεντένια κολόνα. Κοίταξε άλλη μια φορά  το ρολόι του. “Σε λίγο” σκέφτηκε παίζοντας νευρικά με το κλειδί του αυτοκινήτου που τον περίμενε λίγο πιο κάτω.

Έστρεψε το βλέμμα του στην απέναντι είσοδο. Σαν να τη διέταξε εκείνη άνοιξε και η Μάρθα βγήκε στο δρόμο προχωρώντας αργά, προσεχτικά. Ο Μάρκος χώθηκε πίσω από την κολόνα. Ακόμη και τώρα, κάτω από τόση ένταση, δεν μπόρεσε να αποφύγει τις εικόνες. Στη θέα της και μόνο, γλυκές αναμνήσεις ξεχύθηκαν και πλημμύρισαν το νου του. Η μυρωδιά των μαλλιών της, η υφή του δέρματός της, η γεύση του κορμιού της, η γλύκα των χειλιών της… όλα ξαναγεννήθηκαν κάνοντάς τον να κλείσει για μια στιγμή τα μάτια ονειροπολώντας.

“Πώς μπόρεσε εκείνη να τον ξεχάσει; Πώς τον διέγραψε απ’ τη ζωή της, τραβώντας έτσι απλά μια γραμμή;”

Την κοίταξε καθώς περνούσε λίγα μέτρα μακριά του και ένα δάκρυ κύλησε αλμυρό, βαρύ μέχρι τα χείλη του.

Όταν εκείνη προσπέρασε και χάθηκε στη γωνιά, ο Μάρκος βγήκε σχεδόν τρέχοντας από την κρυψώνα του. Σε δυο λεπτά είχε γλιστρήσει πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου και οδήγησε αργά μέχρι τη γωνία παρακολουθώντας την πόρτα που πριν λίγα λεπτά είχε ανοίξει υπακούοντας στο απαλό σπρώξιμο της Μάρθας. Περίμενε. Μια χοντρή σταγόνα έσκασε με θόρυβο πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και κύλησε βιαστικά ως το καπό.

«Έλα μην την αφήνεις να περιμένει!» μουρμούρισε. «Και που γύρισε να σε κοιτάξει πολύ σου πέφτει».

Η πόρτα άνοιξε. Ο Γιάννης βγήκε στο πεζοδρόμιο ρίχνοντας μια βιαστική ματιά γύρω του. Στη συνέχεια κοίταξε τον ουρανό και στράβωσε το στόμα μουρμουρίζοντας μια βλαστήμια.

«Φοβάσαι μη βραχείς, πουλάκι μου;» μονολόγησε ο Μάρκος «Μην ανησυχείς για τη βροχή. Δεν είναι το χειρότερο που θα σου συμβεί απόψε».

Ο Γιάννης τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του και το πέταξε κάτω ξοδεμένο κι άχρηστο πια. Με μια κίνηση σιγουριάς καβάλησε τη μηχανή του και την κατέβασε στο δρόμο.

Ο Μάρκος έσκυψε για να μην είναι ορατό το πρόσωπό του. Άφησε τη μηχανή να απομακρυνθεί αρκετά και στη συνέχεια ακολούθησε.

«Υπομονή. Η επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου προϋποθέτει υπομονή»  τόνισε  με ύφος, μέσα στο άδειο αυτοκίνητο. Έβγαλε ένα βραχνό γέλιο. Τελευταία μονολογούσε δυνατά, προσελκύοντας τα απορημένα βλέμματα των ανθρώπων γύρω του. Δεν τον πείραζε ιδιαίτερα. Είχε σταματήσει να ενδιαφέρεται για το τι πίστευαν οι άλλοι για τον εαυτό του.

Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν να πετύχει το σχέδιο. Μέρες τώρα το δούλευε στο μυαλό του ή μάλλον… νύχτες. Ατελείωτες νύχτες με το πρόσωπο κολλημένο στο πάτωμα. Νύχτες με πανσέληνο και το χνώτο να βρομάει οινόπνευμα. Βραδιές αξημέρωτες με μοναδική παρέα το σκληρό ροκ και τις αναμνήσεις.

Την αγαπούσε πολύ τη Μάρθα. Πιο πολύ κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Και της το είχε πει. Ήταν σίγουρος όμως πως δεν τον πίστευε. Το έβλεπε καθαρά στο βλέμμα της, το καταλάβαινε στον τόνο της φωνής της όταν του έλεγε, “Εσύ το επέλεξες. Εσύ με έδιωξες μακριά. Τι θέλεις τώρα από μένα;”

Ναι, ήταν σίγουρος πως δεν τον πίστευε και ο λόγος ήταν απλός:

Είχε δίκιο.

Εκείνος είχε τελειώσει τη σχέση τους και αυτό ήταν κάτι για το οποίο  δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό του. Για την ακρίβεια μισούσε την ίδια του την ύπαρξη. Τη σιχαινόταν! Μισούσε τον εαυτό του περισσότερο απ’ όσο πίστευε ότι μπορεί κάποιος να μισήσει τον εχθρό του.

Λίγο πιο κάτω η μηχανή σταμάτησε, η Μάρθα εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά και καβάλησε πίσω από το Γιάννη. Τον αγκάλιασε και σφίχτηκε πάνω του με δύναμη. Ένα κοφτερό ξίφος καρφώθηκε στην καρδιά του Μάρκου μα δεν μπόρεσε να τραβήξει το βλέμμα του μακριά.

Έσφιξε τα δόντια και είπε: «Κράτα λίγο ακόμα!».

Η πορεία της μηχανής συνεχίστηκε για λίγο μέσ’ τα στενά και σταμάτησε μπροστά σε μια πολυκατοικία.

«Εδώ είμαστε!» μουρμούρισε ο Μάρκος και διπλοπαρκάρισε. «Καλή επιλογή, όχι και η καλύτερη μα αρκετά καλή. Κοντά στον ηλεκτρικό, η καλή μου η Μάρθα έβαλε σίγουρα το χεράκι της εδώ! Πρακτικό μυαλό βλέπεις».

Το ζευγάρι κατέβηκε χαμογελαστό από τη μηχανή και χώθηκε βιαστικά στην είσοδο αποφεύγοντας τις χοντρές στάλες που άρχισαν να πέφτουν.

Ο Μάρκος βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε απέναντι δίπλα στη μηχανή. Άφησε τους δυο ερωτευμένους να μπουν στο ασανσέρ και χτύπησε δυο – τρία κουδούνια στην τύχη. Μόλις η είσοδος άνοιξε έτρεξε γρήγορα στη σκάλα. Άρχισε να ανεβαίνει ταχύτατα και όσο πιο αθόρυβα μπορούσε σίγουρος πως το ζευγάρι είχε καλύτερα πράγματα να κάνει στο διάδρομο από το να ανησυχεί για κάποιον αθώο θόρυβο. Έφτασε στον όροφο που πριν μισό λεπτό είχε σταματήσει το ασανσέρ και πρόλαβε να δει την πόρτα ενός διαμερίσματος να κλείνει. Έκατσε στη σκάλα για να πάρει μερικές ανάσες. Δεν μπορούσε να το αντέξει. Ήταν κάτι πέρα από τη λογική του.

“Λογική!” σκέφτηκε και χαμογέλασε πικρά.

Περίμενε ώρα στη σκάλα. Ζύγιζε την απόφασή του. Μετρούσε τ’ αρνητικά. Πολλά… πάρα πολλά. Μα δε μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν άντεχε άλλο να ζει μέσα στη φρίκη. Δεν ήταν δυνατός. Κάποια στιγμή του το είχε πει: “Δεν είσαι αρκετά δυνατός για να με έχεις”.

Η βροχή είχε δυναμώσει και τα μπουμπουνητά έφτασαν μια ανάσα από τη γειτονιά. Σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. Κόλλησε το αυτί του και αφουγκράστηκε. Δεν άκουσε τίποτα. Έβγαλε μια κάρτα από το πορτοφόλι του και την έχωσε στη χαραμάδα ψάχνοντας τη γλώσσα της πόρτας. Εκείνη άνοιξε με τη μία, δεν είχαν κλειδώσει!

“Κρίμα” σκέφτηκε.

Μπήκε στο εσωτερικό. Μικρό, μουντό, κάτι ανάμεσα σε δυάρι και γκαρσονιέρα. Μπορούσε να δει την κουζίνα και την πόρτα του υπνοδωματίου ανοιχτή. Το κρεβάτι στην κρυμμένη από τα μάτια του πλευρά έτριζε στο βάρος των σωμάτων. Κοίταξε ένα γύρο το χώρο απορώντας με την ψυχραιμία του.

“Χάλια…” σκέφτηκε. “Σίγουρα σου άξιζε μια καλύτερη ερωτική φωλιά μικρή μου κι όχι κάτι σαν, σαν…”. Τη φαντάστηκε κλεισμένη εκεί μέσα για Σαββατοκύριακο και έφριξε. Έδιωξε γρήγορα τις σκέψεις απ’ το μυαλό του, κόλλησε την πλάτη του στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας και άκουγε.

Ανάσες βαριές και κοφτές από τη μια, γλυκές παρακλητικές από την άλλη. Τις γνώριζε. Θα μπορούσε να τις αναγνωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες. Του άνηκαν, όμως εκείνο που άκουσε να βγαίνει αυτή τη φορά από τα χείλη της, δεν ήταν το όνομά του. Ήταν ένα όνομα ξένο. Το όνομα του ανθρώπου που βεβήλωνε αυτό το ιερό κορμί. Τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα ενώ το χέρι του χώθηκε στην τσέπη για να συναντήσει μια παγωμένη λαβή. Τράβηξε το όπλο αργά προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο αν και ήξερε πως δύσκολα θα τον έπαιρναν χαμπάρι μια στιγμή σαν αυτή. Δεν ήθελε να της κάνει κακό. Δεν ήθελε να την πληγώσει. Όμως δε μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και τη στιγμή της κορύφωσης μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Στάθηκε απέναντι από το κρεβάτι με το πιστόλι στο χέρι. Ο Γιάννης ήταν από κάτω. Τον είδε πρώτος. Ούρλιαξε και πέταξε τη Μάρθα στο πλάι. Εκείνη τα έχασε. Μάζεψε το σεντόνι και σκέπασε τη γύμνια της κοιτώντας αμίλητη το Μάρκο. Εκείνος κάρφωσε το βλέμμα στο κομοδίνο. Το δαχτυλίδι του ήταν εκεί, ακουμπισμένο πλάι στο ρολόι και το κινητό της. Προσπάθησε μα δεν μπόρεσε να κρατήσει το δάκρυ που χαράκωσε το πρόσωπό του. Δεν άντεχε να την κοιτάξει μια τέτοια ώρα. Μίλησε και ήταν σαν να μιλούσε στο δαχτυλίδι που σήμαινε για εκείνον τόσα πολλά.

«Καλησπέρα» της είπε. «Ήθελα μόνο να με πιστέψεις».

Έβαλε την κάνη στο στόμα του και πυροβόλησε. Ένας κεραυνός έπεσε κάπου κοντά, καλύπτοντας με τη βροντή του το θόρυβο.

Κενές στιγμές. Χωρίς ήχο, χωρίς πόνο, χωρίς ζωή! Κάπου μακριά η βροχή συνέχισε να πέφτει. Ο Μάρκος στεκόταν και κοιτούσε το άψυχο σώμα του που έπλεε σε μια κόκκινη λίμνη. Είδε το Γιάννη να βρίζει προσπαθώντας να φορέσει το παντελόνι του. Είδε τη Μάρθα να γονατίζει στο πάτωμα και να θρηνεί.

“Όλα έγιναν καθυστερημένα στη σχέση μας” σκέφτηκε ο Μάρκος “μα μην κλαις μικρή μου, όλα θα πάνε καλά!”

Η απέναντι γωνιά του δωματίου ξαφνικά σκοτείνιασε. Κάποιος ήταν εκεί. Κάποιος ή κάτι; Ο Μάρκος δε μπορούσε να διακρίνει τίποτε άλλο πέρα από μια σκιά. Κι όμως ήταν σίγουρος. Μια σκοτεινή μορφή είχε αναδυθεί εκεί στη γωνιά και τον περίμενε καρτερικά. Ένιωσε τη θερμοκρασία στο χώρο να πέφτει. Κινήθηκε προς την άγνωστη μορφή κι ένιωσε την παγωνιά της να τρυπάει το άυλο σώμα του. Στράφηκε στη Μάρθα. Έκλαιγε ακόμη με λυγμούς καθώς ο Γιάννης προσπαθούσε να τη σηκώσει από κάτω.

«Γρήγορα» της φώναξε. «Πάμε να φύγουμε από δω!»

Εκείνη ντύθηκε με το ζόρι και τον ακολούθησε στην έξοδο. Ο Μάρκος κοίταξε προς τον άγνωστο που τον περίμενε.

“Μπορώ να έχω λίγο χρόνο;”, παρακάλεσε. “Δε μπορώ να την αφήσω έτσι!”

Η σκοτεινή μορφή δεν απάντησε. Έμεινε ακίνητη για ένα λεπτό και στη συνέχεια ξεθώριασε αφήνοντας το Μάρκο μόνο του στο χώρο παρέα με το άψυχο σώμα του.

Εκείνος, χωρίς να χάσει χρόνο, βγήκε έξω και τους συνάντησε στη μηχανή. Η βροχή έπεφτε ακόμη δυνατή, μα δεν τον άγγιζε πια.

«Πρέπει να με πας σπίτι σήμερα» είπε η Μάρθα κλαίγοντας. «Δεν μπορώ να επιστρέψω με τον ηλεκτρικό».

«Ανέβα» μουρμούρισε ο Γιάννης.

Σε όλη τη διαδρομή εκείνη έκλαιγε ενώ ο Μάρκος δίπλα της καταριόταν, ακόμη μια φορά, τον εαυτό του για τον νέο πόνο που της προσέφερε. Λίγα τετράγωνα πριν το σπίτι της Μάρθας, η μηχανή σταμάτησε.

«Είσαι εντάξει;» έκανε ο Γιάννης.

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε εκείνη απομακρύνοντας δυο τούφες που είχαν κολλήσει από τη βροχή στο πρόσωπό της.

«Δεν ξέρω… πρέπει να σκεφτώ.» της είπε. «Θα επιστρέψω για να δω αν άκουσε κανείς τον πυροβολισμό. Ελπίζω να είμαστε τυχεροί και να τον σκέπασαν οι βροντές».

«Πάρε με σε παρακαλώ να μου πεις».

«Εντάξει, μόλις αποφασίσω τι πρέπει να κάνουμε θα σε πάρω».

“Να την αφήσεις ήσυχη” σκέφτηκε ο Μάρκος. “Εσύ νοίκιασες τη φωλίτσα, να τα βγάλεις πέρα μόνος σου. Μην ανακατέψεις τη Μάρθα σε αυτό”.

Χωρίστηκαν κι εκείνη περπάτησε γρήγορα μέχρι το σπίτι της. Ανέβηκε τη σκάλα, ξεκλείδωσε και έπεσε στο κρεβάτι της κλαίγοντας. Ο Μάρκος ξάπλωσε δίπλα της. Τα συναισθήματά του ήταν ανάμικτα. Από τη μία ήταν χαρούμενος που βρίσκονταν ξαπλωμένος δίπλα της μετά από τόσο καιρό.  Μπορούσε να αισθανθεί την ανάσα της, να μυρίσει το άρωμά της, να νιώσει τη ζεστασιά του κορμιού της. Από την άλλη όμως  αισθανόταν πως ίσως εκείνη είχε δίκιο και σε κάτι άλλο. Ακόμα και την ύστατη στιγμή είχε φερθεί εγωιστικά. Είχε επιλέξει να ρίξει την αυλαία μπροστά στα μάτια της.

Τη χάιδεψε. Εκείνη δεν είχε σταματήσει να κλαίει.

“Μη φοβάσαι μικρή μου. Είμαι εδώ δίπλα σου, καρδούλα μου!”

Πέρασε έτσι αρκετή ώρα με τη Μάρθα να θρηνεί και το Μάρκο ξαπλωμένο δίπλα της να τη χαϊδεύει προσπαθώντας μάταια να την παρηγορήσει.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Η Μάρθα πετάχτηκε και το άρπαξε.

«Ναι…»

«Είμαι στο διαμέρισμα» τον άκουσε να της λέει. «Κανείς δεν πήρε είδηση».

«Πρέπει να πάρουμε την αστυνομία» του είπε.

“Σε παρακαλώ μην ανακατευτείς σε αυτό!” σκέφτηκε ο Μάρκος.

«Δεν ξέρω, θα μπλέξουμε άσχημα.» είπε ο Γιάννης.

“Εσύ θα μπλέξεις, εσύ το νοίκιασες το βρομοαχούρι, να την αφήσεις ήσυχη.”

Η Μάρθα έκλαιγε ξανά ενώ έξω η βροχή συνέχιζε το μονότονο τραγούδι της.

«Έπρεπε να το περιμένουμε» της πέταξε ο Γιάννης από την άλλη πλευρά της γραμμής. «Φαινόταν ότι δεν πήγαινε καλά. Ήταν θέμα χρόνου να το κάνει».

«Μα… τι λες;»

«Έλα τώρα, για χαζό με περνάς; Ήταν όλα φως φανάρι, το κακό είναι πως ήρθε και ψόφησε μέσα στο διαμέρισμα για να μας μπλέξει».

«Πώς;» έκανε έκπληκτη η Μάρθα.

«Μάλλον θα πρέπει να έρθεις από δω. Ίσως βρούμε κάποιο τρόπο να τον ξεφορτωθούμε!»

“Έτσι ε; Περίμενε εκεί έξυπνο αγόρι, θα έρθω εγώ. Δε θα σε αφήσω να την μπλέξεις περισσότερο!” σκέφτηκε ο Μάρκος και χωρίς να περιμένει να ακούσει την απάντηση της Μάρθας βρέθηκε ξανά στη βροχή.

Η νύχτα είχε προχωρήσει. Βιαζόταν, δεν ήξερε πόσο χρόνο είχε ακόμα στη διάθεσή του και είχε μια δουλειά να τελειώσει. Τον τελευταίο καιρό αισθανόταν έντονα την ανάγκη να σκοτώσει κάποιον κι απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα ο εαυτός του δεν του ήταν αρκετός. Ο Γιάννης έδειχνε μια πολύ καλή επιλογή.

Έφτασε έξω από την πολυκατοικία, έσπασε το φανάρι της μηχανής και χαμογέλασε. Όταν μπήκε στο διαμέρισμα ένιωθε ήδη έτοιμος. Στην κρεβατοκάμαρα ο Γιάννης κάπνιζε καθισμένος στο ανάστατο κρεβάτι. Απέναντι του ο νεκρός Μάρκος είχε βουλιάξει σε μια σκούρα κηλίδα. Μια απαίσια μυρωδιά αίματος, καπνού και έρωτα κυριαρχούσε στα λίγα τετραγωνικά του δωματίου.

Ο Μάρκος πήγε στην κουζίνα. Έψαξε αθόρυβα στα συρτάρια και βρήκε ένα μεγάλο κουζινομάχαιρο. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και στάθηκε πάνω από το πτώμα του. Είδε τον Γιάννη να κοιτάζει με το στόμα ορθάνοιχτο το αιωρούμενο μαχαίρι. Τον πλησίασε και γονάτισε δίπλα του.

«Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα», του είπε «αλλά αφού δεν μπορώ να την έχω εγώ, δε θα την έχεις ούτε εσύ!»

Ο Γιάννης πετάχτηκε όρθιος κοιτάζοντας γύρω του τρομαγμένος. Ο Μάρκος τον άρπαξε από το δεξιό καρπό και τον τράβηξε κάτω, ακινητοποιώντας το χέρι του άλλου με την παλάμη στο πάτωμα.

«Αυτά τα δάχτυλα ταξίδεψαν στα μονοπάτια του κορμιού που μου άνηκε και θα τιμωρηθούν!»

Ο Γιάννης ούρλιαξε από τον πόνο ενώ έβλεπε τα δάχτυλά του να κόβονται το ένα πίσω από το άλλο. Ακολούθησε το άλλο χέρι και ενώ ο Γιάννης ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει ο Μάρκος του άνοιξε το στόμα και είπε.

«Αυτή η γλώσσα ένιωσε απαγορευμένες γεύσεις και θα τιμωρηθεί!»

Ο Γιάννης έχασε τις αισθήσεις του τη στιγμή που ο Μάρκος είχε τελειώσει με τη γλώσσα και ετοιμαζόταν να τιμωρήσει τα μάτια. Μια νέα λίμνη αίματος μούσκευε το βρόμικο πάτωμα. Η απέναντι γωνία σκοτείνιασε και η παράξενη μορφή αναδύθηκε ξανά. Ο Μάρκος ήταν τόσο απορροφημένος με το να χαρακώνει και να κομματιάζει το σώμα του Γιάννη που δεν της έδωσε καμιά σημασία. Το μίσος του ξεχείλιζε κι έκανε το μαχαίρι να ανεβοκατεβαίνει ασταμάτητα  τεμαχίζοντας το ανυπεράσπιστο κορμί. Η παράνοια είχε κυριεύσει την ψυχή του. Δεν ήξερε ούτε σε ποιον άνηκε το σώμα που έσφαζε κι έγδερνε με γρήγορες κινήσεις αλλά ούτε και ποιος ήταν ο ίδιος.

Το δωμάτιο θύμιζε σφαγείο, με το πτώμα του Μάρκου να έχει στραγγίξει στη μια γωνιά και τα κομμάτια που κάποτε αποτελούσαν τον Γιάννη σκορπισμένα παντού. Το πάτωμα είχε τώρα καλυφθεί με σάρκες ενώ βαθυκόκκινο αίμα έσταζε από τα λιγοστά έπιπλα. Κοίταξε γύρω του και διαπίστωσε πως δεν είχε απομείνει τίποτα από τον αντίπαλό του, μα η οργή του δεν είχε καταλαγιάσει ακόμη. Το άυλο χέρι του έσφιγγε το μαχαίρι με όλη τη δύναμη της ψυχής του.

Στράφηκε προς το δικό του κορμί διψασμένος για περισσότερο αίμα. Ξαφνικά κατάλαβε πως μισούσε αυτό το απομεινάρι περισσότερο από τον κακομοίρη που πετσόκοψε. Όμως πριν προλάβει να πιάσει δουλειά ένιωσε ένα παγωμένο ρεύμα αέρα να τον αγκαλιάζει. Ο χρόνος του είχε τελειώσει. Χαλάρωσε τη λαβή του και άφησε το μαχαίρι να γλιστρήσει στο πάτωμα.

Ένας κεραυνός έπεσε εκεί κοντά. Ο συναγερμός που τσίριξε στην πιλοτή τράβηξε το Μάρκο βίαια στην πραγματικότητα.

Την είχε δει και σήμερα. Ήταν καλά. Μπορούσε τώρα να φύγει. Άναψε ένα τσιγάρο και γέμισε τα πνευμόνια του βαρύ καπνό. Βγήκε από την κρυψώνα του και άρχισε να κατηφορίζει με τη βροχή να κυλάει στην πλάτη του μέσα από τον σηκωμένο γιακά.

«Σ’ αγαπώ πολύ μικρή μου» ψιθύρισε. «Πάντα θα σ’ αγαπώ. Ας είναι η βροχή το χειρότερο που θα σου συμβεί απόψε!»

Metallica – Fade to black

Life it seems, will fade away
Drifting further every day
Getting lost within myself
Nothing matters no one else
I have lost the will to live
Simply nothing more to give
There is nothing more for me
Need the end to set me free

Things are not what they used to be
Missing one inside of me
Deathly lost, this cant be real
Cannot stand this hell I feel
Emptiness is filling me
To the point of agony
Growing darkness taking dawn
I was me, but now hes gone

No one but me can save myself, but its too late
Now I cant think, think why I should even try

Yesterday seems as though it never existed
Death greets me warm, now I will just say good-bye


Ride the lightning 1984

Σχέδιο Φράκταλ

Έχω διαβάσει διηγήματα του Κώστα Χαρίτου στο “9” της Ελευθεροτυπίας, σε συλλογές διηγημάτων αλλά και σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο. Μέσα από αυτές τις αναγνώσεις κατάλαβα πως ο κύριος Χαρίτος είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας με ιδιαίτερο στυλ και ζωηρή φαντασία.

Διάβασα το πρώτο μυθιστόρημά του και διαπίστωσα με ικανοποίηση πως είναι όπως ακριβώς το περίμενα. Ήρωες ζωντανοί, με αντιδράσεις που δένουν όμορφα στο χαρακτήρα του καθενός τους. Ιστορία πολύ όμορφη, που κυλά αβίαστα, κρατώντας τον αναγνώστη ζεστό και φυλακίζοντας τον στις σελίδες προτού ο ίδιος να το καταλάβει. Διάλογοι έξυπνοι, που βοηθούν στο ξετύλιγμα του σχεδίου. Χάρηκα αυτό το μυθιστόρημα παρόλο που η επιστημονική φαντασία δεν είναι ο τομέας μου. Τα συγχαρητήρια μου στο συγγραφέα και του εύχομαι να συνεχίσει να γράφει καλή ελληνική επιστημονική φαντασία.

Αφήνω το οπισθόφυλλο να πει τα υπόλοιπα:

Ο Φοίβος Αντωνίου είναι μυθοβιογράφος. Γράφει μυθιστορήματα κατά παραγγελία, με πρωταγωνιστές τους πελάτες του, συνδυάζοντας την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία. Η ζωή του κυλά ήσυχα, μέχρι τη μέρα που λαμβάνει μια παράξενη παραγγελία από έναν ακόμα πιο παράξενο πελάτη. Σύντομα θα αντιληφθεί ότι μια αλυσίδα γεγονότων που δημιουργήθηκε ερήμην του αρχίζει να εξουσιάζει όλο και περισσότερο τη μοίρα του -και σ’ αυτήν, κεντρικό ρόλο παίζει ένα αλλόκοτο γεωμετρικό σχήμα.

Η Λίζα Όλσεν είναι φυσικός. Εργάζεται στο CERN, όπου συμμετέχει στο μεγαλύτερο ερευνητικό πρόγραμμα του πλανήτη με σκοπό την ανακάλυψη του σωματιδίου Higgs, του σωματιδίου του Θεού. Τα αποτελέσματα του πειράματος είναι απρόσμενα, και σύντομα θα διαπιστώσει ότι οι ανώτεροί της προσπαθούν να την εμποδίσουν να τα κοινοποιήσει. Ένας μαύρος φάκελος που θα βρεθεί στα χέρια της θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της ίδιας και της κόρης της και θα τις οδηγήσει στη φυγή.

Ένας συγγραφέας και μια ερευνήτρια. Δύο φαινομενικά ασύνδετες ζωές θα διασταυρωθούν και θα χρειαστεί να ενώσουν τις δυνάμεις τους σ’ ένα αγώνα όπου διακυβεύεται η φύση της ίδιας της πραγματικότητας. Μπορούν δύο απλοί άνθρωποι ν’ αλλάξουν την τύχη του κόσμου; Είναι δυνατόν μια πεταλούδα που ανοιγοκλείνει τα φτερά της στο Παγκράτι να προκαλέσει καταιγίδα στη Νέα Υόρκη; Η κοινή λογική το αποκλείει. Οι νόμοι της φυσικής το υποστηρίζουν. Μήπως υπάρχει μια τρίτη εκδοχή;

Εκδότης: Τρίτων
Συγγραφέας: Κώστας Χαρίτος

ISBN: 960-7479-25-4
Έτος Έκδοσης: 2009

Θα τονίσω εδώ πως ο Κώστας Χαρίτος έχει εφεύρει μία καταπληκτική μηχανή απαραίτητη σε κάθε συγγραφέα. Είναι ένα εργαλείο που πολύ θα ήθελα να μου ανήκει: “Η Ερινύα του συγγραφέα” – Τάισέ τη για να μη μιλάει!

Λεπτομέρειες στη σελίδα 35.

Το Πέρασμα

Η πόρτα άνοιξε και ο κρύος αέρας που μπήκε έριξε μια γρήγορη ματιά στο χώρο κάνοντας το κουλουριασμένο γεροντάκι να τυλιχτεί πιο πολύ με τις κουβέρτες του. Λίγο πριν το κλείσιμο της πόρτας μια σκιά γλίστρησε μες το δωμάτιο κάνοντας το κρύο, παγωνιά. Το γεροντάκι αντιλήφθηκε την παράξενη παρουσία και ανασηκώθηκε. Στο λιγοστό φως του φεγγαριού που έμπαινε από το παράθυρο τα πάντα έδειχναν φυσιολογικά. Τα πάντα εκτός από την απέναντι γωνία. Εκεί το σκοτάδι είχε πυκνώσει. Έτριψε τα μάτια του και προσπάθησε να εστιάσει καλύτερα. Μια σκοτεινή μορφή άρχισε σιγά, σιγά να κάνει την εμφάνισή της απέναντι του. Γύρισε προς το κομοδίνο ψάχνοντας το διακόπτη του λαμπατέρ.

«Θα προτιμούσα να μην ανάψεις το φως» είπε μια παγωμένη φωνή. Οι λέξεις απέκτησαν οντότητα και αφού για μια και μόνο στιγμή αιωρήθηκαν στον αέρα, έπεσαν στο χαλί σπάζοντας σε χιλιάδες μικρά κρυσταλλάκια ρίχνοντας έτσι χαμηλότερα τη θερμοκρασία στο χώρο.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε το γεροντάκι προσπαθώντας να δει καλύτερα μες το μισοσκόταδο.

«Είμαι αυτός που περιμένεις τόσο καιρό» αποκρίθηκε ο άγνωστος.

Ο γέροντας ζάρωσε πάνω στο στρώμα του. Η μορφή απέναντι του έκανε ένα βήμα εμπρός και άρχισε να διαγράφεται καθαρότερα κάτω από το ασημένιο φως του φεγγαριού. Ο ξένος ήταν ψηλός. Μια μακριά σκούρα κάπα σκέπαζε όλο του το σώμα ενώ μια μυτερή κουκούλα έριχνε τη σκιά της σε ένα απόκοσμο πρόσωπο χωρίς μάτια, μύτη, φρύδια. Ούτε καν στόμα δεν υπήρχε πάνω σε εκείνο το κενό χλωμό πρόσωπο.

«Ήρθες τελικά!» ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια να μείνει ήρεμος.

«Τελικά !!!» επανέλαβε ο ξένος. «Πίστεψες ότι υπήρχε περίπτωση να μην έρθω;»

Ο γέρος τράβηξε λίγο πιο ψηλά τα σκεπάσματα, λες και θα μπορούσαν οι κουβέρτες να τον προστατέψουν.

«Δεν είναι αυτό που πίστεψα… όχι, σίγουρα δεν πίστεψα κάτι τέτοιο. Απλά, όσο πιο πολύ περιμένεις τόσο πιο μεγάλο το παιχνίδι που παίζει το μυαλό σου».

«Χαλάρωσε φίλε μου. Ελπίζω να μην σε ενοχλεί που σε αποκαλώ έτσι.»

«Όχι δεν με ενοχλεί αυτό».

«Τότε τι σε ενοχλεί;»

«Τώρα πώς να σου πω χωρίς σε προσβάλω;»

«Ω!!! δεν πιστεύω να εννοείς ότι σε ενοχλεί η παρουσία μου; Αφού και οι δυο μας ξέρουμε ότι με περίμενες». Έκανε το πλάσμα.

«Ναι δε λέω, σε περίμενα. Αλλά άλλο είναι να το σκέφτεσαι και άλλο να το ζεις».

«Μη στεναχωριέσαι γι αυτό. Αν θες μπορείς να μην το ζήσεις άλλο».

«Στάσου!!!» φώναξε ο γέρος «Ας το ζήσω λίγο ακόμα. Δεν με πειράζει και τόσο».

«Εντάξει» είπε ο μυστηριώδης ξένος και στράφηκε προς το παράθυρο. «Δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Στο κάτω-κάτω έχουμε ακόμη λίγο χρόνο».

«Ωραία. Μπορώ να σου κάνω κάποιες ερωτήσεις που θέλω;» ρώτησε ο γέροντας παίρνοντας θάρρος.

«Τι θες να μάθεις;» αποκρίθηκε το πλάσμα.

«Κατ αρχάς, ποιο είναι το όνομα σου;»

«Δεν έχω όνομα».

«Δε μπορεί, όλοι έχουν ένα όνομα».

«Ξεχνάς κάτι βασικό. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα όνομα. Εγώ δεν είμαι άνθρωπος. Αλλά και πάλι αν επιθυμείς να με αποκαλείς κάπως δεν με πειράζει. Διάλεξε ένα από αυτά με τα οποία εσείς με αποκαλείτε».

«Εντάξει. Ποιο σου αρέσει περισσότερο;»

«Κανένα».

Η απάντηση ήταν κοφτή και παγωμένη. Τόσο που ο γέρος ξαναθυμήθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης και τράβηξε τις κουβέρτες μέχρι τη μύτη του. Κοίταξε τον ξένο που αφουγκραζόταν τώρα τους θορύβους της νύχτας και αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να μάθει κάποια πράγματα που τον βασάνιζαν εδώ και χρόνια.

«Συγνώμη, που γίνομαι λίγο αδιάκριτος αλλά θέλω να ρωτήσω κάτι ακόμα» ο γέροντας ξεροκατάπιε και συνέχισε. «Εγώ τώρα τι θα απογίνω; Θα χαθώ;»

«Εσύ τι πιστεύεις;» έκανε  η σκοτεινή παρουσία γέρνοντας εμπρός με φανερό ενδιαφέρον.

«Δεν είμαι σίγουρος. Πολλοί λένε πως γίνεσαι ορυκτό, πέτρα, φυτό, ζώο, πεταλούδα, μαμούνι. Άλλοι λένε πως το πνεύμα σου αναπαύεται κοντά στον δημιουργό. Άλλοι πάλι μιλούν για πιλάφια και διάφορα τέτοια ωραία πράγματα».

«Α μόνο τέτοια, σχετικά όμορφα έχεις ακούσει. Τότε γιατί θες να ζήσεις περισσότερο;»

«Επειδή έχω ακούσει και άλλους να λένε για φωτιές που καίνε αιώνια και πολλά άλλα τέτοια που ούτε να τα σκέφτομαι δε θέλω» είπε το γεροντάκι και ανακάθισε στο στρώμα του.

«Εσύ τι θα προτιμούσες;» τον ρώτησε ο ξένος παίζοντας αδιάφορα με το μανίκι του.

«Τα πιλάφια ίσως και τα ουρί». Απάντησε ο γέροντας και μια μικρή σπίθα ελπίδας άναψε ξαφνικά μέσα του.

«Ναι βέβαια τα ουρί. Αναρωτιέμαι πώς να είναι άραγε» έκανε το πλάσμα σκεπτικό.

Πέρασαν μερικές στιγμές χωρίς να μιλήσει κανένας από τους δύο. Η αγωνία του γέροντα είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Κάποιος τρόπος θα υπήρχε δε μπορεί. Έπρεπε να τα παίξει όλα για όλα μήπως και τη γλιτώσει.

«Δεν θέλω να πεθάνω. Είναι άδικο. Είμαι ένας φτωχός γέρος που δεν έχει βλάψει ποτέ κανένα» κλαψούρισε.

Το πλάσμα στράφηκε προς το μέρος του και ψιθύρισε.

«Δεν έχει και τόση σημασία τώρα πια. Η προκαθορισμένη ώρα ήρθε και αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει» και υψώνοντας τη φωνή «Γιατί παρακαλώ είναι άδικο; Το ξέρεις ότι κοντεύεις τα ενενήντα πέντε; Έχεις γνωρίσει τα πάντα. Πολέμους, φτώχια, πόνο, αγάπη, χαρά, πλούτο. Τι άλλο θες να δεις;»

«Ναι βέβαια, δε λέω αλλά να… η ζωή είναι γλυκιά. Υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να σηκωθείς το πρωί, να βγεις στο δρόμο να πεις μια καλημέρα στον ήλιο, εκείνος να σου γνέψει από ψηλά και να σε ζεστάνει με τις ακτίνες του; Να κάνεις μια μεγάλη βόλτα στο δάσος και να μυρίσεις τις χίλιες δυο ευωδιές των λουλουδιών; Και μετά φτάνοντας στην ακροθαλασσιά να αγναντέψεις και να χαζέψεις τα ψαροπούλια που βουτάνε στο νερό;   Υπάρχει κάτι καλύτερο από…»

«Καλά καλά» τον διέκοψε ο άλλος. «Κατάλαβα, σου αρέσουν όλα αυτά τα απλά μικρά πράγματα που αρέσουν σε πολλούς από εσάς. Ωχ τα έχω βαρεθεί όλα αυτά και εκείνη η προαγωγή αργεί».

«Πώς;»

«Τίποτα, κάτι υπηρεσιακό. Δεν σε αφορά. Αλλά για πες μου, αυτό είναι που πραγματικά επιθυμείς;» ρώτησε το πλάσμα.

«Για τα πιλάφια λες;»

«Όχι βέβαια !!! Για τον ήλιο και τη θάλασσα.»

«Αχ ναι. Και τι δε θα ‘δινα για να παραμείνω στη ζωή» είπε ο γέρος.

Το πλάσμα πετάχτηκε ξαφνιασμένο και πλησίασε πιο κοντά με φανερό ενδιαφέρον.

«Τι θα έδινες δηλαδή;» ρώτησε.

Σε ‘πιασα, χαμογέλασε μέσα του ο γέρος. «Ότι έχω και δεν έχω. Ακίνητα, χρήματα, μετοχές, πνευματικά δικαιώματα τα πάντα.»

Το πλάσμα έμεινε για λίγο στραμμένο προς το μέρος του γέρου και μετά γυρνώντας προς το παράθυρο έβγαλε το πιο παγωμένο, το πιο απόκοσμο  γέλιο που έχει ακούσει ποτέ ανθρώπου αυτί.

Ο γέροντας τα ‘χάσε. Ένα κρύο ρεύμα αέρα τρύπωσε μέσα από το γιακά της πιτζάμας του και σύρθηκε μέχρι τη βάση της σπονδυλικής του στήλης, κάνοντας τον να ριγήσει και να κουκουλωθεί με τα σκεπάσματα του. Η μικρή σπίθα ελπίδας που είχε ανάψει μέσα του τρεμόπαιξε για λίγο και έσβησε αφήνοντας πίσω της παγωνιά και αποκαΐδια. Η υπομονή του είχε εξαντληθεί. Ξαφνικά το μόνο που ήθελε ήταν το τέλος. Δεν είχε άλλο κουράγιο και έτσι αποφάσισε να παραδοθεί.

«Γιατί παίζεις μαζί μου;» ρώτησε αδύναμα. «Τι θέλεις από μένα;»

Το πλάσμα βημάτισε αργά και αποκρίθηκε.

«Δεν θέλω τίποτα. Ή μάλλον πιο σωστά, δεν έχεις να μου δώσεις κάτι που να χρειάζομαι και να μην μπορώ να το πάρω μόνος μου. Όσο για τα χρήματα σου κράτησε τα σφιχτά και γλυκοφίλησε τα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσοι άνθρωποι πριν από ‘σένα προσπάθησαν να κάνουν τούτο το παζάρι. Άνθρωποι πλούσιοι και ισχυροί σε αυτή τη ζωή. Πόσο ανόητος πρέπει να είναι κάποιος για να πιστεύει ότι το χρήμα θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμο αυτή την ώρα.»

Το φως μες το δωμάτιο είχε αυξηθεί. Ο ξένος σταμάτησε να βηματίζει και στράφηκε προς το παράθυρο. Η νύχτα είχε κυλήσει γρήγορα και αθόρυβα και έδινε τώρα τη θέση της στο πρώτο γλυκό φως της αυγής.

«Άργησα, πρέπει τώρα να φύγω» μονολόγησε. Με ένα γνέψιμο άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε εμφανιστεί.

Ο γέρος απόμεινε μόνος.

Τώρα τι γίνεται; Σκέφτηκε. Καμία απάντηση δεν σχηματίστηκε στο μυαλό του. Έμεινε έτσι για πολύ ώρα ακίνητος, κουλουριασμένος πάνω στο στρώμα του, περιμένοντας. Αλλά τίποτα δεν έγινε. Άρχισε να σκέφτεται περίεργα πράγματα. Στην αρχή προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι είδε έναν εφιάλτη. Πολλούς μήνες τώρα έφερνε το θάνατο στο νου του και έτσι ήταν πολύ φυσικό να δει ένα τέτοιο κακό όνειρο.

«Χα αυτό είναι» φώναξε και δίνοντας μια στα σκεπάσματα σηκώθηκε από το κρεβάτι χαρούμενος. Όμως η απόκοσμη παγωνιά που κυριαρχούσε στο δωμάτιο τον επανέφερε στην τάξη. Όχι η συνάντηση είχε συμβεί στην πραγματικότητα. Κάτι μέσα του το φώναζε δυνατά. Γιατί όμως ήταν ακόμη ζωντανός;

«Λες να τα κατάφερα και να με λυπήθηκε;» ψιθύρισε. «Όμως πώς; Γιατί;»

Μπερδεμένος βρέθηκε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει αρκετά ψηλά και η πόλη είχε ξυπνήσει. Άνθρωποι περπατούσαν παντού και τα παιδιά έπαιζαν ανάμεσα στα δέντρα στο απέναντι άλσος. Ήταν μια υπέροχη ημέρα. Χωρίς να χάσει άλλο πολύτιμο χρόνο ντύθηκε και βγήκε στο δρόμο. Κοίταξε τον ήλιο και του χαμογέλασε. Για μια στιγμή του φάνηκε πως του χαμογέλασε κι εκείνος αλλά αμέσως φταρνίστηκε και γύρισε αλλού το βλέμμα. Πέρασε απέναντι και μπήκε στο άλσος. Ένιωθε υπέροχα. Οι ζεστές ακτίνες έπεφταν πάνω του και του έδιωχναν μακριά κάθε πόνο και κούραση. Σήκωσε τα χέρια στον ουρανό.

«Υπέροχη μέρα, υπέροχος ήλιος, υπέροχη ζωή».

Μια παρέα παιδιών που έκαναν σκέητμπορντ  τον κοίταξαν και έβαλαν τα γέλια. Δεν τον πείραξε. Τους χαμογέλασε και άρχισε να κατηφορίζει γρήγορα προς τη θάλασσα. Τα λουλούδια τριγύρω άφηναν τις ευωδιές τους στον αέρα κι εκείνος τις έβαζε σε μια τάξη και τις ταξίδευε προς την ανατολή. Ο γέρος κατηφόριζε τραγουδώντας δυνατά παλιούς σκοπούς και τραγούδια που πίστευε πως τα είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια. Αισθανόταν τόσο καλά που του ερχόταν να τρέξει. Έφτασε στο παγκάκι κάτω από το μεγάλο πεύκο πολύ πιο γρήγορα από άλλες φορές. Κάποιος ήταν εκεί. Καθόταν στο παγκάκι κι αγνάντευε μια θάλασσα γαλήνια και πιο λαμπερή από ποτέ. Κάποιος καθόταν στο παγκάκι του. Στο δικό του παγκάκι κάτω από το μεγάλο πεύκο. Η διάθεση του άρχισε να αλλάζει. Όμως ξαφνικά χαμογέλασε και αποφάσισε ότι κανείς και τίποτα δεν θα του χαλούσε αυτή την υπέροχη μέρα. Κάποιος καθόταν στο παγκάκι αλλά υπήρχε αρκετός χώρος για να κάτσει και κάποιος άλλος, έτσι πλησίασε και κάθισε στην ελεύθερη άκρη. Κοίταξε τη θάλασσα. Υπέροχη. Τράβηξε μια βαθιά ανάσα και αναστέναξε.

«Ήρθες επιτέλους» άκουσε μια γνώριμη φωνή να του λέει.

Γύρισε ξαφνιασμένος και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν ήταν δυνατόν.

«Τι με κοιτάς σαν χάνος» του είπε ο άλλος. «Άργησες πολύ. Βαρέθηκα να περιμένω.»

«Μπάμπη…» ψέλλισε ο γέρος σαν να έβλεπε φάντασμα.

«Κάνε τουλάχιστον πως χάρηκες που με είδες κι ας είναι και ψέματα».

«Καλά πώς… θέλω να πω… να… αφού εσύ πέθανες. Ήρθα και στην κηδεία σου. Πάνε τώρα πέντε χρόνια.»

«Πέντε ε!!! Θα έβαζα στοίχημα πως ήταν περισσότερα. Περνάει τόσο αργά ο καιρός όταν δεν έχεις παρέα. Αλλά τώρα…» σταμάτησε τη φράση στη μέση, ακούμπησε με δύναμη ένα τάβλι πάνω στο παγκάκι και το άνοιξε. Έστησε τα πούλια και πέταξε τα ζάρια. «Εξάρες» φώναξε γελώντας και άρχισε να κοπανάει τα πούλια με λαχτάρα.

«Ρε Μπάμπη τι συμβαίνει εδώ;» είπε ο γέρος.

«Έλα παίξε».

«Εσύ έχεις πεθάνει».

«Πώς; Α ναι, καλά, καλά» είπε ο Μπάμπης και του έκανε νόημα να παίξει.

«Για στάσου ρε Μπάμπη μια στιγμή».

«Ωχ μωρ’ αδερφάκι μου μια ζωή σπασίκλας ήσουνα. Παίξε που να πάρει ο διάολ..… χμ. Εντάξει. Θέλεις κάποιες εξηγήσεις κι εγώ θέλω να παίξω τάβλι. Υπάρχει όμως μια λύση. Θα αρχίσεις να παίζεις μαζί μου κι εγώ θα σου εξηγώ».

Ο γέρος το σκέφτηκε για λίγο και το βρήκε σωστό. Πήρε τα ζάρια και τα έριξε.

«Ασσόδυο» φώναξε ο Μπάμπης και έβαλε τα γέλια.

«Για πες μου τώρα τι συμβαίνει εδώ;»

«Τι θες να συμβαίνει; Έχω πέντε χρόνια να δω τον κολλητό μου και μου έχουν λείψει οι παρτίδες μας».

«Έλα μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις».

Ο Μπάμπης πήρε το σοβαρό του ύφος, τον κοίταξε βαθιά μες τα μάτια και του είπε.

«Εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Κάτσε λίγο και σκέψου. Γιατί σήμερα ο ήλιος είναι τόσο γλυκός που σου έρχεται να τον φας με το κουταλάκι; Γιατί βλέπεις παιδιά και τους χαμογελάς σαν να είναι αγγελούδια ενώ μέχρι χθες παρακαλούσες να βρεις τη δύναμη να τα στραγγαλίσεις; Πώς γίνεται να  τρέχεις σαν το ελαφάκι ενώ μέχρι χθες είχες γίνει σαν οχτάρι από τα αρθριτικά και τους πόνους; Τι άλλαξε και άφησες έναν άλλον να κάτσει στο δικό σου παγκάκι ενώ 24 ώρες πριν είχες γκρινιάξει σε εκείνη την κοπέλα με το μωρό τόσο πολύ που σου είπε «βρε δεν πας σε καμιά γωνιά να ψοφήσεις, παλιόγερε». Γιατί αρνείσαι να πιστέψεις αυτό που ήδη έχεις καταλάβει;»

Ο γέρος έσκυψε το κεφάλι και δε μίλησε. Μόνο έπαιξε τη ζαριά του.

«Είχες επισκέψεις το βράδυ, έτσι δεν είναι;»

«Ναι».

«Και σε ρώτησε τι είναι αυτό που πραγματικά επιθυμείς». Είπε ο Μπάμπης και έπαιξε.

«Ναι».

«Και συ του είπες κάτι σαν αυτό που ζεις τώρα».

«Περίπου. Βασικά όχι του είπα ότι θέλω να το ζήσω αυτό.»

«Αυτό δεν είπα και ‘γω; Του είπες ότι θέλεις να ζήσεις αυτό που ζεις τώρα».

«Έστω, αλλά εννοούσα ότι θέλω να το ζήσω στην πραγματικότητα».

«Τι είναι αυτό που σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτή εδώ δεν είναι η πραγματικότητα;»

«Εσύ. Έχεις πεθάνει το ξέχασες;»

«Όχι φίλε μου δεν πέθανα. Ή τουλάχιστον δεν έπαθα αυτό που εννοείς.»

«Και τότε τι έπαθες;»

«Πέρασα. Ακριβώς όπως πέρασες και συ». Παίξε τώρα.

Ο γέρος έπαιξε και κοίταξε τη θάλασσα αναστενάζοντας.

«Καλά γιατί όμως μας συνέβη αυτό;»

«Μα είναι φυσιολογικό σε όλους συμβαίνει. Σε άλλους πιο νωρίς, σε άλλους αργότερα και σε σένα πολύ αργότερα.»

Ο γέρος τον κοίταξε δυσανασχετώντας.

«Δεν λέω αυτό ρε κεφάλα. Γιατί να μας περάσει εκεί που επιλέξαμε;»

«Αυτό δεν το ξέρω. Ίσως να ολοκληρώσαμε με επιτυχία την πρώτη φάση. Εξάρες!!!» φώναξε ο Μπάμπης και πήγε να παίξει.

Ο γέρος έπιασε το τάβλι με τα δυο του χέρια και το έκλεισε με δύναμη νευριασμένος. «Πάντα τέτοιος Κωλόφαρδος ήσουνα !!!» φώναξε.

«Εγώ; Εσύ είσαι που δεν έμαθες ποτέ να χάνεις, βρομόγερε !!!»

ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Μετά από αρκετά χρόνια ξαναδιάβασα Καζαντζάκη. Αυτή τη φορά έπιασα τον Καπετάν Μιχάλη. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές  με άρπαξε και με ταξίδεψε στην προ-απελευθερωμένη Κρήτη. Με μετέφερε σε έναν κόσμο γεμάτο μόχθο, πάθος, πόλεμο, αγάπη, θάνατο, έρωτα, μίσος, Χριστό, Αλλάχ, ήρωες, σεβασμό, αυταπάρνηση, κιοτήδες, θυσία, φόβο. Όλοι οι χαρακτήρες έχουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα, είναι ζωντανοί. Σελίδα με σελίδα ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, οι καθημερινές έγνοιες, οι πόθοι και οι καημοί τους. Νομίζεις πως μόλις ανοίξεις την πόρτα σου θα βρεθείς εκεί στο Μεγάλο Κάστρο καταμεσής στο λιθόστρωτο καλντερίμι με τον Νουρήμπεη να περνά καμαρωτός καβάλα στο λιόμαυρο, γυαλιστερό, σπαθάτο άτι του και να σε κοιτά με περιφρόνηση και μίσος, βαθιά μέχρι τα φύλλα της ψυχής σου.

Διαβάζοντας Καζαντζάκη κολλάει το βιβλίο στα χέρια σου και οι εικόνες στο μυαλό σου. Η γλώσσα πανέμορφη, σχεδόν ποιητική, στολίζει με τον καλύτερο τρόπο ίσως ένα από τα πιο όμορφα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας. Θεωρώ πως ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες παγκοσμίως. Έχοντας μείνει αρκετά χρόνια μακριά του μπορώ με σιγουριά να πω πως μου έλειψε πολύ.

Ο Καπετάν Μιχάλης

«Όταν άρχισα τώρα στα γεράματα να γράφω τον “Καπετάν Μιχάλη”, ο κρυφός μου σκοπός ήταν τούτος: να σώσω, ντύνοντας το με λέξεις, το όραμα του κόσμου όπως τον δημιούργησαν τα παιδικά μου μάτια. Κι όταν λεω τ’ όραμα του κόσμου, θέλω να πω το όραμα της Κρήτης. Δεν ξέρω τι γίνουνταν, την εποχή εκείνη στα άλλα παιδιά της λευτερωμένης Ελλάδας, μα τα παιδιά της Κρήτης ανάπνεαν έναν αέρα τραγικό στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη, όταν οι Τούρκοι πατούσαν ακόμα τα χώματα μας και συνάμα άρχιζαν ν’ ακούγονται να ζυγώνουν τα αιματωμένα φτερά της Ελευτερίας. Στην κρίσιμη αυτή μεταβατική στιγμή, τη γεμάτη πυρετό κι ελπίδες, τα παιδιά της Κρήτης γίνουνταν γρήγορα άντρες. Οι ανύπνωτες έγνοιες των μεγάλων γύρα τους για την πατρίδα, για τη λευτεριά, για το Θεό που προστατεύει τους χριστιανούς, για το Θεό που σηκώνει το σπαθί του να διώξει τους Τούρκους, κατασκέπαζαν τις συνηθισμένες χαρές και στεναχώριες του παιδιού.


Από πολύ νωρίς, ζώντας την έτοιμη κάθε στιγμή να ξεσπάσει σύγκρουση, είχαμε ψυχανεμιστεί πως στον κόσμο τούτον δυο μεγάλες δυνάμες παλεύουν: ο Χριστιανός κι ο Τούρκος, το Καλό και το Κακό, η Ελευτερία κι η Τυραννία και πως η ζωή δεν είναι παιχνίδι, είναι αγώνας. Κι ακόμα τούτο: πως θα έρθει μέρα που θα Πρέπει να μπούμε κι εμείς στον αγώνα. Το ‘χαμε πάρει απόφαση από πολύ μικροί πως ήταν γραφτό μας, αφού γεννηθήκαμε Κρητικοί, το Πρέπει αυτό να κυβερνάει τη ζωή μας.»


(από τον πρόλογο του συγγραφέα)

Εκδοτικά

  • Ν. Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, Αθήνα: εκδ. Μαυρίδη 1953
  • Ν. Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, Αθήνα: Δίφρος 1955, 1957. Στην έκδοση του 1955 προστίθεται ο υπότιτλος «Ελευτερία ή θάνατος» και ο πρόλογος.
  • Ν. Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1959
  • Ν. Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, Αθήνα: εκδ. Ελ. Καζαντζάκη 1964 (όπου και νεότερες εκδόσεις)

Ο Τιμωρός

Ξεκίνησε να ανηφορίζει πεζός κραδαίνοντας το σπαθί του ψηλά στον ουρανό και τραβώντας το άλογο του από τα χαλινάρια. Το ήθελε ξεκούραστο για την επίθεση. Θα το καβαλούσε μόλις έφτανε στο κάστρο. Ο δρόμος ήταν φαρδύς. Θα έλεγε κανείς πως μπορούσαν να τον ανέβουν τρεις μεγάλες άμαξες με τα άτια τους να καλπάζουν το ένα πλάι στο άλλο. Τεράστια γκρίζα σύννεφα κρέμονταν σαν φούσκες με νερό πάνω από τη πολιτεία έτοιμες θαρρείς να σκάσουν στο άγγιγμα και μόνο της μύτης του ξίφους του.

Το πλήθος γύρω του βούιζε σαν μελίσσι. Πραματευτάδες ξεφώνιζαν την πραμάτεια τους, μουσικοί χάιδευαν απαλά τις χορδές των οργάνων τους ή χτυπούσαν με μανία τύμπανα καλυμμένα με δέρμα καμήλας, αρωματισμένες πόρνες πρόσφεραν ματιές γεμάτες υποσχέσεις στους περαστικούς και αποβράσματα κάθε ηλικίας χάζευαν στις άκρες του δρόμου τυλιγμένοι στα κουρέλια τους, βρώμικοι και ανίκανοι για το οτιδήποτε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ανηφόριζε προς το κάστρο. Κάθε φορά τον πλημμύριζε η ίδια αηδία. Η θέα και μόνο όλων αυτών των πλασμάτων του προκαλούσε ναυτία και κάθε φορά απέφευγε να κοιτάζει γύρω του για να μην ξεράσει.

Αυτή όμως ήταν η τελευταία φορά που ανεχόταν αυτή την κατάσταση. Μέχρι το τέλος της ημέρας ή θα κέρδιζε τη μάχη μαζί και την εξουσία, ή θα περιέφεραν το νεκρό σώμα του στους βρώμικους δρόμους για παραδειγματισμό. Ναι, ήταν αποφασισμένος να δώσει και την ίδια του τη ζωή. Αν δεν κατάφερνε να τιμωρήσει τους παλατιανούς και τους αυλικούς τους, για τα δεινά που προκαλούσαν στον τόπο, ας πέθαινε. Είχε πάρει όμως την απόφαση να πολεμήσει και θα το έκανε με τον τρόπο που μόνο εκείνος γνώριζε. Θα χτυπούσε αιφνιδιαστικά και χωρίς οίκτο, σκορπώντας φωτιά και θάνατο από άκρη σε άκρη μέσα στο άντρο του εχθρού.

Χρόνια τώρα περιφερόταν σε κάθε γωνιά της χώρας τιμωρώντας την αδικία όπου την συναντούσε. Με αυτό το σπαθί και αυτό το άτι είχε ελευθερώσει πριγκίπισσες, είχε σκοτώσει δράκους και είχε κατατροπώσει τους ληστές που λυμαίνονταν τα περάσματα στο βορρά. Τώρα είχε επιστρέψει αποφασισμένος να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, να τσακίσει το κακό μέσα στο ίδιο του το κάστρο και να καρφώσει τα κεφάλια των καστρινών στις επάλξεις.

Η αδικία είχε ξεχειλίσει από το κάστρο και είχε πλημμυρίσει τους δρόμους πνίγοντας τους απλούς υπηκόους κλέβοντας το βιος τους, καταπατώντας τις ιδιοκτησίες τους, καταδικάζοντας τα παιδιά τους σε μια ζωή μίζερη. Μια ζωή χωρίς μια στάλα χαμόγελο, χωρίς μια σπίθα ελπίδας, χωρίς μια χαραμάδα για να μπει ο ήλιος και να φωτίσει έστω για μια στιγμή.

Τώρα όμως ο τιμωρός είχε επιστρέψει και όλα θα τελείωναν. Ήταν μόνος αλλά δεν φοβόταν. Είχε το δίκιο με το μέρος του και το σπαθί του δεν τον είχε προδώσει ποτέ. Τα χρόνια τον είχαν προλάβει αλλά όσο μπορούσε να σηκώνει το σπαθί του στον ουρανό και να χωρίζει τον αντίπαλο σε δύο ίσα μέρη θα απένειμε δικαιοσύνη στο όνομα του θεού. Η προστασία των αδυνάτων ήταν δική του υπόθεση. Τι κι αν ο εχθρός ήταν πίσω από απόρθητα τείχη; Τι κι αν οι καστρινοί ήταν μερικές εκατοντάδες, αρκετές αν συνυπολόγιζε κανείς και τους αυλικούς, καλύτερα οπλισμένοι ενώ εκείνος μόνος με ένα άλογο τσακισμένο από τις ταλαιπωρίες;

Τίποτε από αυτά δεν τον τρόμαζε. Θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα και μόνος του. Αλλά έπρεπε να ξυπνήσει τον λαό. Έπρεπε να του δείξει το δρόμο προς την ελευθερία. Έπρεπε όλοι αυτοί οι κουρελήδες να βρουν το θάρρος και να ξεσηκωθούν εναντίων του δυνάστη. Έπρεπε όλοι αυτοί οι παραγκωνισμένοι να συνειδητοποιήσουν την πραγματική δύναμη τους. Τη δύναμη της ενότητας. Να σηκωθούν από το έδαφος και να διεκδικήσουν το δικαίωμα τους στη ζωή.

Έπρεπε να καταλάβουν ότι τώρα ήταν η ευκαιρία τους και να την αρπάξουν απ τα μαλλιά. Να συσπειρωθούν γύρω του και να τον ακολουθήσουν στη μάχη. Να τον ανακηρύξουν αρχιστράτηγο  και μαζί να σκορπίσουν τα μέλη των καστρινών σε κάθε γωνιά τις χώρας. Γιατί η τιμωρία τους έπρεπε να είναι σκληρή και βουτηγμένη στο αίμα ώστε να μείνει στην ιστορία και ποτέ κανείς να μην τολμήσει να επαναλάβει τις ίδιες αδικίες όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Ένας γέρος που έπεσε πάνω του, τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Κατέβασε με μιας το σπαθί του και τον έπιασε από τους ώμους.

«Ακολούθησε με» του φώναξε τραντάζοντας τον με δύναμη «έλα μαζί μου να  αποδώσουμε δικαιοσύνη.»

Ο γέρος τα έχασε και τον κοιτούσε με απορία. Ο τιμωρός του έδωσε μια σπρωξιά και ούρλιαξε γυρίζοντας γύρω του. «Έφτασε η ώρα. Επέστρεψα. Μπροστάρης θα μπω και θα θυσιαστώ για σας και τα παιδιά σας εάν αυτό είναι εκείνο που πρέπει να γίνει.»

Συνέχισε τον ανήφορο φωνάζοντας και κουνώντας το σπαθί του ενώ όλοι παραμέριζαν γύρω του.

«Ακολουθήστε με στο κάστρο. Αυτό θα είναι το τέλος των καστρινών. Αυτή είναι η αρχή της κυριαρχίας μας. Η δικαιοσύνη θα λάμψει. Ελάτε μαζί μου και σας υπόσχομαι πως απόψε τα όρνια θα δειπνήσουν με τις σάρκες των αφεντάδων μας. Μην τους φοβάστε. Δείχνουν δυνατοί αλλά δεν είναι. Δείχνουν ενωμένοι αλλά ο καθένας τους στα δύσκολα τρέχει να σώσει το τομάρι του. Δείχνουν πολλοί αλλά δεν έχουν δει τις φωτιές μας να καίνε γύρω από την τάφρο τους.»

Και τραβώντας με δύναμη το άτι του συνέχισε προς εκείνους που τον κοιτούσαν απορημένοι και κακομούτσουνοι.

«Νομίζουν πως όλα τους ανήκουν επειδή έτσι τα βρήκαν από τους πατεράδες και τους παππούδες τους. Ας τους δείξουμε λοιπόν ποιος είναι ο ιδιοκτήτης αυτού του τόπου. Ας τους δείξουμε πόσο κοφτερή είναι η λεπίδα μας. Πόσο πεινασμένα είναι τα δόντια μας. Πόσο μεγάλη η οργή μας. Όλοι στο κάστρο. Ατσάλι κοφτερό στα σωθικά τους» και ουρλιάζοντας άρχισε να τρέχει στην ανηφόρα ενώ οι άμαξες που περνούσαν προσπαθούσαν να τον αποφύγουν.

Λίγο πιο πάνω ένας άντρας της ομάδας Ζ μιλούσε στον ασύρματο. «Κέντρο έχω έναν βαρεμένο που ανεβαίνει τρέχοντας τη Σταδίου κουνώντας μια μεγάλη ομπρέλα. Τραβάει πίσω του κι ένα κοπρόσκυλο.»

mathbΧάζευα χθες το βιβλίο των μαθηματικών της δευτέρας δημοτικού και ένοιωσα την ανάγκη να συγχαρώ τους υπεύθυνους του Υπουργείου Παιδείας για την απίστευτη έμπνευση να διακοσμήσουν το εξώφυλλο του βιβλίου με μια κρεμασμένη μπουγάδα που τη δέρνει ο άνεμος. Είναι ένας πολύ έξυπνος τρόπος να γίνει, το δυσκολότερο ίσως μάθημα, ελκυστικότερο για την τρυφερή αυτή ηλικία. Τα παιδιά δε λένε να αφήσουν το βιβλίο από τα χέρια τους. Τέτοια επιτυχία!

Older Posts »